Πέμπτη, Ιανουαρίου 03, 2008

Πατρός Θεόδωρου Ζήση: «Κινδυνεύει τώρα σοβαρά η Ορθοδοξία»

(Βόλος, 25 –1 –2007)

Όταν ομιλεί κανείς για κίνδυνο κινδυ­νεύει να χαρακτηρισθεί ως «κινδυνολόγος», ότι δηλαδή κινδυνολογεί, παρουσιάζει με λόγια τον κίνδυνο, χωρίς στην πραγματικότητα να υφίσταται.
Θα ευχόμασταν πράγματι να μην υπάρχει κίνδυνος, και ας χαρακτηριζόμασταν ως «απατεώνες», «ψεύτες», «παράφρονες».
Στην σημερινή μας ομιλία με τη Χάρη του Θεού και τις πρεσβείες πολλών Αγίων, που αγωνίσθηκαν να αποτρέψουν στην εποχή τους τους κινδύνους που απειλούσαν την Αγία Ορθοδοξία μας, και ανεδείχθησαν μάρτυρες και ομολογηταί, θα προσπαθήσουμε να παρουσιά­σουμε σύντομα τα στοιχεία, τους λόγους, που σηματοδοτούν αυτόν τον κίνδυνο, ευκρινέστερα και καθαρώτερα από κάθε άλλη φορά στο πρόσ­φατο παρελθόν, και να καλέσουμε γι' αυτό σε επιφυλακή και επαγρύπνηση.

Ας έλθουμε όμως τώρα να δούμε γιατί στις ημέρες μας ο κίνδυνος είναι μεγάλος και σοβαρός σε σχέση με το παρελθόν. Οι λό­γοι πού θα αναφέρω δεν θα είναι οι μοναδικοί, αλλά οι σπουδαιότεροι :

1. Αιχμάλωτες του Οικουμενισμού και του Παπισμού όλες σχεδόν οι τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες

Ο Οικουμενισμός, αυτή η παναίρεση που εμφανίσθηκε και ανδρώθη­κε τον 20ό αιώνα, υιοθετηθείς κατ' αρχήν από το Οικουμενικό Πατριαρ­χείο, κυρίως λόγω των δυσμενών ιστορικών εξελίξεων στην Τουρκία, και της ελπίδος βοηθείας από τους χριστιανικούς λαούς της Δύσεως, που αποδείχθηκε μάταιη και κενή, όπως στην Φεράρα-Φλωρεντία, κατέληξε από οικονομία και παρέκ­κλιση και διπλωματικός ελιγμός να μεταβληθεί σε ακρίβεια και πίστη και νοοτροπία, δήθεν για την πραγματοποίηση του οράματος της των πάντων ενώσεως, της διδασκαλίας του Χρίστου, «ίνα πάντες εν ώσι» (Ιω. 17, 21).

Το επιχείρημα, «μην ανησυχείτε, διπλωματικές κινήσεις κάνει το Πα­τριαρχείο, για να σωθεί», το οποίο επαναλαμβάνουν και σήμερα πολ­λοί, είναι παντελώς ανίσχυρο. Εν πρώτοις γιατί οι επίσκοποι δεν είναι διπλωμάτες, αλλά ποιμένες, και πρέπει να προβάλλουν αμείωτη και απαραχάρακτη «μέχρι κεραίας» την αλήθεια του Ευαγγελίου και να εναποθέτουν τις ελπί­δες τους όχι στους ανθρώπους αλλά στον Θεό.
Πού είναι η μέχρι σήμερα βοήθεια του πάπα και των Προτεσταντών προς την Κωνσταντινούπολη, μετά τα τόσα ανοίγματα, τους τόσους συμβιβασμούς και τις τόσες υποχωρήσεις, την κατάργηση των Ιερών Κανόνων, τις συμπροσευχές, τα συλλείτουργα, τις διακηρύξεις περί «αδελφών εκκλησιών» και «κοινής ευθύνης» για το μήνυμα τού Ευαγγελίου;

Δύο χιλιάδες Ορθόδοξοι έμειναν στην Κωνσταντινούπολη, με κλειστή την Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Δεσμευμένα και απαλλοτριωμένα τα περιουσιακά στοι­χεία του Πατριαρχείου. Ακόμη και ένας μέτριος διπλωμάτης θα κατανοούσε τον εμπαιγμό και την αναξιοπιστία, θα έβλεπε πίσω από το ενδιαφέρον, τους αγαπητικούς λόγους και ασπασμούς, την χαιρεκακία και την ευχαρίστηση και θα άλλαζε διπλωματική τακτική. Δεν την αλλάζουμε όμως, και δεν βοηθούμε να εμφανισθούν και να δράσουν νέοι Μάρκοι Ευγενικοί, για να συσπειρώσουν τους Ορθοδόξους και να αποσπάσουν το έλεος και την βοήθεια του Θεού, μέσα σ' αυτές τις όντως δύσκολες και σκληρές στιγμές της πρωτόθρονης των Ορθοδόξων Εκκλησίας, γιατί η κατ' αρχήν εξ’ ανάγκης και οικονομίας αποδοχή τού Οικουμενισμού, έγινε τώρα δόγμα, διδασκαλία, αίρεση, ιδιαίτερα, μετά την εξ Αμερικής αποστολή και επιβολή στην ιεραρχία του θρόνου ως Πατριάρχου του Αθηναγόρου. […]
Ο Αθηναγόρας και οι διάδοχοι του προχώρησαν και προχωρούν, όπως το είδαμε όλοι κατά την τελευταία συνάντηση πατριάρχου και πάπα στο Φανάρι στις 30 Νοεμβρίου του 2006.

Η πρωτόθρονη Εκκλησία έχει πλέον αλωθεί από τον Οικουμενισμό, και ως πρώτη επηρεάζει και τις άλλες τοπικές εκκλησίες που έχουν βέβαια ξεχωριστά την ευθύνη τους ως αυτοκέφαλες, ωθούμενες όμως και αυτές από καιρικές κοσμικές αναγκαιότητες και από άμοιρες πνευματικότητος και ορθοδόξου φρονήματος πολιτικές ηγεσίες, μιμούνται και ακολουθούν εύκολα την πρώτη. […]

Προς το παρόν δύο μόνο αυτοκέφαλες εκκλησίες, της Γεωργίας και της Βουλγαρίας, έχουν αποσυρθεί από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και κρατούν αποστάσεις από τον Οικουμενι­σμό.
Στην Εκκλησία μάλιστα της Γεωργίας συνέβη κάτι το αξιοπρόσεκτο και αξιομίμητο· ενωμένος στην ορθόδοξη πίστη ο λαός, το πλή­ρωμα της Εκκλησίας, με την πλειονότητα των κληρικών και μοναχών, ανάγκασαν και την εκκλησιαστική ηγεσία να ακολουθήσει τον ορθό­δοξο δρόμο!
Αυτό βέβαια φαντάζει ως απραγματοποίητο όραμα για τις περισσό­τερες εκκλησίες, όπου οι οικουμενιστικές ηγεσίες ελέγχουν πλήρως την κατάσταση και με απειλές, διώξεις και αφορισμούς καταπνίγουν και φιμώνουν τις ορθόδοξες φωνές, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ρουμανία, όπου η κομμουνιστική δουλεία και καταπίεση έχει αντικατασταθή από την οικουμενιστική σκληρότητα της πλειονότητος των επισκόπων.
Τα μοναστήρια παραμένουν και εκεί τα καταφύγια των Ορθοδόξων. […]

2. H αλλαγή πορείας της Εκκλησίας της Ελλάδος

(Με την) άνοδο στον αρχιεπισκοπικό θρόνο του από Δημητριάδος μητροπολίτου κ. Χριστοδούλου το 1998 τα πράγματα δυσκολεύουν για την Ορθοδοξία σοβαρά και επικίν­δυνα… Όσοι δεν τον γνωρίζαμε καλά παρασυρθήκαμε από τα κατά καιρούς πύρινα λόγια του εναντίον του Παπισμού και του Προτεσταντισμού -expressis verbis διεκήρυσσε ότι o Οικουμενισμός είναι αίρεση- από την ενθουσιώδη προβολή του βίου και της διδασκαλίας των Πατέρων της Εκκλησίας. Εκτιμήσαμε ότι ανέβηκε στον αρχιε­πισκοπικό θρόνο ένας Χρυσόστομος, ένας Φώτιος, ένας Μάρκος Ευγε­νικός … Δυστυχώς διαψευσθήκα­με οικτρώς.
Μέχρι του αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου η Εκκλησία της Ελλάδος ήταν αυστηρά παραδοσιακή, ορθόδοξη, αντιπαπική και αντιοικουμενιστική. […] Επί πολλές δεκαε­τίες ήταν η μόνη δυνατή, ελεύθερη και ζωντανή εκκλησία, λόγω τού ανελεύθερου κομμουνιστικού καθεστώτος, υπό το όποιο ζούσαν πολ­λές ορθόδοξες εκκλησίες, και λόγω της ιστορικής εξασθενήσεως των πρεσβυγενών πατριαρχείων, τα οποια εδανείζοντο και χρησιμοποιούσαν θεολογικές δυνάμεις από την Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία διέθετε δύο δυνατές και ακμάζουσες Θεολογικές Σχολές, στην Αθή­να και στην Θεσσαλονίκη.

Για να φανεί πώς ήταν και πώς κατήντησε σήμερα η Εκκλησία της Ελλάδος, θα παρουσιάσω ενδεικτικά μερικά στοιχεία, ελάχιστα γνωστά στους περισσοτέρους: Όταν ο Αθηναγόρας αποφάσισε να προτείνει την εκ μέρους των Ορθοδόξων αποστολή παρατηρητών στην Β' Βατικάνειο σύνοδο, μετά από σχετική πρόσκληση του Βατικανού, και συνεκάλεσε το 1963 Πανορθόδοξη Σύσκεψη στη Ρόδο, δέχθηκε την άμεση αντίδραση και αντίθεση του τότε αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Β' και ολόκληρης της Ιεραρχίας, θεωρούντων αδιανόη­τη ακόμη και αυτήν την παρουσία παρατηρητών, αφού η Γραφή και οι Άγιοι Πατέρες, διά των κανόνων, απαγορεύουν κάθε επικοινωνία με τους αιρετικούς. Σε τηλεγράφημα που έστειλε προς τον Αθηναγό­ρα ο αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος έγραφε: «Ατομικώς κρίνω λελυμένον ήδη ζήτημα απ' αρχής· αποφάσει Ιεραρχίας απόσχωμεν επικοινωνίας. Κοινή δε γνώμη απολύτως επίσης εν αγανακτήσει αντίθετος». Σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Αθηναγόρα, ερωτώντα γιατί δεν τον ακολουθεί απήντησε: «Προκειμένου περί ζητημάτων πίστεως και επικοινωνίας μετά αιρετικών και μάλιστα πλείστα όσα κακά διαπραξάντων και διαπραττόντων κατά της ημετέρας Εκκλησίας και όταν έχωμεν την κοινήν της Ιεραρχίας γνώμην και του πληρώματος της ημε­τέρας Εκκλησίας, δεν δυνάμεθα αβασανίστως να δεχώμεθα απόψεις» (Χρυσοστόμου Β', Αρχιεπισκόπου Αθηνών, Πεπραγμένα από 15-7-1963 μέχρι 15-7-1964, Αθήναι 1964, σελ. 14).

Αδίστακτα χαρακτηρίζει τους παπικούς ως αιρετικούς και έχει σύμφωνη τη γνώμη της ιεραρχίας και του πληρώματος της Εκκλη­σίας. Δεν υπήρχε σχεδόν ιεράρχης πριν από ελάχιστες δεκαετίες στην Εκκλησία της Ελλάδος που να διστάζει να χαρακτηρίσει τον Παπι­σμό ως αίρεση. […]
Τι να πούμε όμως τώρα και τι να λαλήσουμε; Από πού να αρχίσουμε να θρηνούμε και να περιγράφουμε την αθρόα μεταβολή της Ελλαδικής Εκκλησίας από διστακτική και συγκρατημένη ακόλουθο του Πατριαρχείου, σε τολμηρή πρωτοπόρο και πρωτεργάτη των οικουμενιστικών ανοιγμάτων, που συναγωνίζονται και ενίοτε ξεπερνούν τα «αδίστακτα τολμήματα» του Φαναρίου; Ένας από τους βασικούς άλλωστε λόγους της διενέξεως Φαναριού και Αθήνας, εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας στις λεγόμενες «Νέες Χώρες», είναι ότι ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών δεν θέλει, «δεν του ταιριάζει» να είναι ουραγός και ακόλουθος τού Πατριαρχείου.
Θέλει να είναι ισότιμος ή και υπέρ­τερος συνδιαμορφωτής των διορθόδοξων και διαχριστιανικών σχέσε­ων…
Και επειδή, για να το επιτύχει αυτό, πρέ­πει να τύχει στο διαχριστιανικό χώρο την ανάλογη αποδοχή, που του την προσφέρουν αγαλλόμενοι ο πάπας και οι Προτεστάντες - επιχαίροντες γιατί έπεσε και το τελευταίο ισχυρό κάστρο της Ορθοδοξίας, η Ελλαδική Εκκλησία - γι' αυτό έστρεψε τώρα την Εκκλη­σία της Ελλάδος προς την παναίρεση τού Οικουμενισμού.

Τον επαινούν, τον χειροκροτούν, τον βραβεύουν γιατί άφησε πλέον εμάς τους «ταλιμπάν», όπως μας χαρακτήρισε, στο περιθώριο και αυτός απέκτησε προοδευτικό, εκσυγχρονιστικό πρόσωπο, πρωτοπορώντας στις διαθρησκειακές και οικουμενιστικές εκδηλώσεις.
Κατέρριψε πολλά «ρεκόρ» και επέτυχε πολλές πρωτιές στο οικουμενιστικό αγώνισμα του γκρεμίσματος των ορίων μεταξύ αληθείας και πλάνης, Ορθοδοξίας και αιρέσεως, στο αγώνισμα της κατεδάφισης της Ορθοδοξίας. Πρώτος ετόλμησε και έφερε τον πάπα στην Ελλά­δα το 2001, νομιμοποιώντας τον ως κανονικό επίσκοπο Ρώμης. Πρώτος φιλοξένησε και συνδιοργάνωσε επί ορθοδόξου εδάφους συνέδριο του Παγκοσμίου Συμβουλίου αιρέσεων και πλανών με καταστροφικές δη­λώσεις των εκπροσώπων του αρχιερέων.
Πρώτος εκ των αρχιεπισκό­πων της Εκκλησίας της Ελλάδος επεσκέφθη την έδρα τού Παγκο­σμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στη Γενεύη, τιμήθηκε εκεί και επαινέ­θηκε.

Πρώτος τέλος επεσκέφθη επισήμως ως αρχιεπί­σκοπος τον πάπα στο Βατικανό τον περασμένο Δεκέμβριο.
Κανείς προηγουμένως ούτε διελογίσθη ούτε επεχείρησε να διαβή αυτόν τον Ρουβικώνα προς την πλευρά της αιρέσεως. Και εβραβεύθη με πολλές τιμές και πολλούς λόγους. Και για ενίσχυση της αποστολικότητος της Εκκλησίας της Ελλάδος του έδωσε ο πάπας δύο κρίκους από την αλυ­σίδα της φυλακίσεως του Αποστόλου Παύλου, την γνησιότητα της οποίας αμφισβήτησε ο σοβαρός και έγκυρος βυζαντινολόγος καθη­γητής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Σταύρος Κουρούσης, με δημο­σίευμά του στον «Ορθόδοξο Τύπο» (στις 12-1-2007).
Είτε γνήσιοι είτε ψεύτικοι είναι πάντως οι κρίκοι της αλυσίδας του Αποστόλου Παύλου, συμβολίζουν το αλυσοδέσιμο της Εκκλησίας της Ελλάδος στην αιχμαλωσία, στη φυλακή του Παπισμού και του Οικουμενισμού.

Δεν είναι όμως μόνον τα έργα, πού έχουν βέβαια περισσότερο βάρος, ως προς την αποστασία από την Ορθόδοξη Παράδοση. Είναι και η οικουμενιστική διδασκαλία, όσα φιλοπαπικά και οικουμενιστικά έχει πει κατά καιρούς εις διαφόρους περιστάσεις ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος. Ένα ανθολόγιο, αν επιχειρούσε κανείς να συνθέσει, θα κατελάμ­βανε ολόκληρο βιβλίο. Ήδη κατά την επίσκεψη του πάπα στην Αθήνα τον Μάιο του 2001, ελέχθησαν στις προσφωνήσεις και αντιφωνήσεις ως και στην κοινή Δήλωση λόγοι που νομιμοποιούν τον αιρεσιάρχη πάπα ως κανονικό επίσκοπο Ρώμης, σαν να ευρισκόμαστε προ του 1054, και παρουσιάζουν την παπική αίρεση ως εκκλησία. Εμείς με πλήθος κειμένων ελέγξαμε τότε όλες αυτές τις καταστροφικές καινοτομίες και το γκρέμισμα των ορίων της Εκκλησίας. Σε ανοικτή επιστολή προς τον αρχιεπίσκοπο του εγράφαμε μεταξύ άλλων και τα εξής: «Αθετήσατε το Ευαγγέ­λιο του Χριστού, κατεδαφίσατε τους ιερούς κανόνες, προσβάλατε τους αγωνισθέντες εναντίον του πάπα Αγίους και ανοίξατε την θύρα για να εισέλθουν λύκοι βαρείς στην Εκκλησία. Μαζί με τον βαρυνόμενο από πλήθος αιρέσεων πάπα τιμάτε και όλους τους αρχαίους αιρετικούς και ψευδοδιδασκάλους, τον Άρειο, τον Μακεδόνιο, τον Ευτυχή, τον Νεστόριο, τον Απολλινάριο, οι οποίοι είναι άγγελοι μπροστά στον Παπισμό και στις πλάνες του.

Για σας δεν ισχύουν πλέον ούτε το Ευαγγέ­λιο, ούτε οι Οικουμενικές Σύνοδοι, ούτε η διδασκαλία των Αγίων και Θεοφόρων Πατέρων. Οι πράξεις σας διαψεύδουν τους λόγους σας. Κατεβάστε λοιπόν από τους ναούς τις εικόνες των Αγίων, αφού κατεβά­ζετε και αθετείτε την διδασκαλία τους, για να καταλάβει καλύτερα τι συμβαίνει ο απογοητευμένος και σε σύγχυση ευρισκόμενος λαός» (Θεοδρομία, έτος Γ', τεύχος 2, έτος 2001, σελ. 9).
Δεν ενοχλήθηκε ο αρχιεπίσκοπος, όταν άκουσε τον πάπα στην αντι­φώνησή του να λέγει ότι : «από κοινού μοιραζόμεθα την αποστολική πίστη στον Ιησού Χριστό, τον Κύριο και Σωτήρα μας- έχομε κοινή την αποστολική κληρονομιά και το μυστηριακό δεσμό του Βαπτίσματος-και ως εκ τούτου είμεθα όλοι μέλη της οικογένειας του Θεού, καλεσμένοι να υπηρετήσουμε το μοναδικό Κύριο και να κηρύξουμε το Ευαγγέλιό του στον κόσμο».
Σχολιάζοντας τότε αυτήν την παπική πρόκληση μέ­σα στην αυλή μας, του πρώτου ποιμένος συνευδοκούντος, εγράψαμε: « Ώστε λοιπόν το Filioque, το πρωτείο, το αλάθητο, τα άζυμα, το καθαρ­τήριο πυρ, η “άσπιλη σύλληψη” της Θεοτόκου και άλλα είναι “κοινή απο­στολική πίστη” και “κοινή κληρονομιά”;

Είμαστε “όλοι μέλη της ιδίας οικογένειας του Θεού” -απέφυγαν την λέξη “Εκκλησία”, για να μη προκαλέσουν, αλλά το νόημα είναι το ίδιο- και καλούμαστε να υπηρετήσουμε το “μονα­δικό Κύριο και να κηρύξουμε το Ευαγγέλιό του στον κόσμο”; Γιατί, τό­τε δεν παραιτούμαστε από το έργο της ιεραποστολής στις περιοχές, όπου δρουν παπικοί ιεραπόστολοι, αφού κηρύττουν το ίδιο Ευαγγέλιο και υπηρετούν τον ίδιο Κύριο;
Στην “ίδια οικογένεια” λοιπόν του Θεού ανήκουν οι Ορθόδοξοι και οι αιρετικοί· δεν είναι η αίρεση εφεύρεση του Διαβόλου, για να διασπά την ενότητα της Εκκλησίας και να οδηγεί τους ανθρώπους στην πλάνη και στην απώλεια; Μπορεί κανείς να φαν­τασθεί τους Αποστόλους και τους ψευδαποστόλους της Κ. Διαθήκης να συναντώνται, να εναγκαλίζονται και να γράφουν κοινά κείμενα ισχυριζόμενοι ότι έχουν κοινή πίστη και κηρύσσουν το ίδιο Ευαγ-γέλιο; Μπορεί κανείς να φαντασθεί τους Αγίους Πατέρες και τους μεγάλους αιρετικούς να πράττουν το ίδιο;
Είναι φοβερή η διάβρωση της ορθο­δόξου αυτοσυνειδησίας, το γκρέμισμα των ορίων μεταξύ αληθείας και πλάνης. Και μόνο το κείμενο αυτό πρέπει να αφυπνίσει και να συνε­γείρει όλους μας για την προδοσία και αποστασία που συνετελέσθη » (Θεοδρομία, έτος Γ ΄, τεύχος 3, έτος 2001, σελ. 18-19).

Και δεν είναι βέβαια το μοναδικό κείμενο. Ανάλογες ήσαν και οι θέσεις της προσφωνήσεως του αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, την οποία επίσης τότε εσχολιάσαμε (Θεοδρομία, έτος Γ ΄ , τεύχος 3, έτος 2001, σελ. 21). […]
Ο αρχιεπίσκοπος καταλύει το δόγμα, που αποτελεί και άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως, της Una Sancta, της «Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας». Η Ορθόδοξη Εκκλησία γι' αυτόν δεν είναι η μόνη Εκκλησία, υπάρχουν και άλλες εκκλησίες· είναι και ο Παπισμός Εκκλησία.
Για να θεμελιωθεί μάλιστα αυτή η θέση υποστηρίζουν, αυτός και οι ομόφρονες του, ότι «ο Παπισμός δεν είναι αίρεση»· τώρα μάλιστα πιο τολμηρά και από τους παλαιούς λατινόφρονες ισχυρίζονται ότι «δεν είναι και σχίσμα, είναι απλώς άλλο χρι­στιανικό δόγμα ανάμεσα στα πολλά άλλα χριστιανικά δόγματα»! […]
Την ίδια φιλοπαπική γραμμή ακολουθούν και άλλοι αρχιερείς της Ελλαδικής Εκκλησίας, των λοιπών σιωπώντων δυστυχώς(;) […] Εις τους λατινόφρονες ανήκει και ο μητροπολί­της Σύρου, Τήνου κλπ. Δωρόθεος.

Εκτός του ότι οι συμπροσευχές στην επαρχία του μετά των Παπικών είναι πλέον συνηθισμένο φαινό­μενο, υπάρχει μάλιστα πληροφορία ότι επιτρέπε­ται και η διακοινωνία, η συμμετοχή δηλαδή στο κοι­νό ποτήριο για τους εκκλησιαζομένους μαθητές εναλλάξ, σε ορθόδο­ξο ή σε παπικό ναό ! Είναι η δεύτερη χρονιά εφέτος που συντάσσει και υπογράφει κοινή ποιμαντορική εγκύκλιο επί τω νέω έτει με τον πα­πικό επίσκοπο της Σύρου !! […] Η οικουμενιστική αίρεση παραλύει σιγά-σιγά, όλα τα υγιή κύτταρα και τις ορθόδοξες αντιστάσεις. […]
Επανειλημ­μένως έχουμε αναφερθεί και στην βλάσφημη δήλωση του μητροπολίτου Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβροσίου, που εξέφρασε τον αδικαιολόγη­το αγνωστικισμό του για το θέμα της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος «εκ του Πατρός», προσβάλλοντας και αθετώντας την διδασκαλία του ιδί­ου του Κυρίου, διδάξαντος με πλήρη σαφήνεια και κατηγορηματικότητα την εκ μόνου του Πατρός εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος (Ιω. 15, 26), αλλά και περιφρονώντας την διαχρονική πίστη της Εκκλησίας που εκφράζε­ται στο Σύμβολο της Πίστεως και στο σύνολο των συνόδων και των Πατέρων.
Και μόνον γι’ αυτή τη βλασφημία έπρεπε να κληθεί από την Ιερά Σύνοδο να δώσει εξηγήσεις, και αν επιμένει στην βλασφημία του, να υποστεί όσα οι Ιεροί Κανόνες επιβάλλουν. […]

3. Η διάβρωση των Θεολογικών Σχολών

Ο παράγων αυτός είναι η οικουμενιστική διάβρωση του θεολογικού κόσμου, των Θεολογικών Σχολών, οι οποίες τροφοδοτούν πλέον και τον κλήρο αλλά και την εκπαίδευση με θεολόγους οικουμενιστικής νοοτροπίας και σπουδής. Ό,τι μαθαίνουν στις Θεολογικές Σχολές από τους -κατά συν­τριπτική πλειοψηφία- οικουμενιστάς καθηγητάς, αυτό διδάσκουν στις ενορίες και στα σχολεία οι νέοι θεολόγοι. Τώρα μάλιστα για πρώτη φορά ο Οικουμενισμός πέρασε και στα νέα θρησκευτικά βιβλία του Δημοτικού και του Γυμνασίου. […]

4. Διαιρέσεις και δισταγμοί στο Άγιον Όρος

Ο κίνδυνος για την Ορθοδοξία είναι αυξημένος στις ημέρες μας, διότι επίσης το θεωρούμενο ως «Κιβωτός της Ορθοδοξίας» Άγιον Όρος, το περιβόλι της Παναγίας μας, είναι διχασμένο και επιφυλα­κτικό. […]
Είναι πάμπολλες οι περιπτώσεις κατά τις όποιες ομόφωνα και δυνατά ύψωνε παλαιότερα το Άγιον Όρος την φωνή του στα οικουμενιστικά ανοίγματα πατριαρχών και επισκόπων. […]

5. Η απόλυτη εξάρτηση των κλη­ρικών, αγάμων και εγγάμων, από τις διαθέσεις και την θέληση των επισκόπων, οι οποίοι εφαρμόζουν επιλεκτικά τους ιερούς κανόνες και κατά το δοκούν, εκφοβίζοντες και απειλούντες τους ενισταμένους, ακό­μη και για θέματα πίστεως.

Η κατάργηση της ενορίας ως κοινότητος, η οποία συντελούσε στο να έχουν αμφίδρομη θετική σχέση οι ιερείς με το πλήρωμα των πιστών, και η παντελής τώρα οικονομική ανεξαρτησία των εφημερίων (από τους ενορίτες τους) ενισχύουν τον επαγγελματισμό πολλών ιερέων, των οποίων η κυρία μέριμνα είναι να τα έχουν καλά με τον επίσκοπο, για να μη χάσουν την θέση τους ή για να τοποθετηθούν σε καλύτερη και πλουσιώτερη ενορία.

6. Η παντε­λής σχεδόν απουσία κατηχήσεως των πιστών σε θέματα πίστεως

Δεν ακούγεται πλέον δογματικό κήρυγμα, ούτε εν πολλοίς και αντιαιρετικό. Οι περισσότεροι από τους κληρικούς, μιμούμενοι την εκκλησιαστική ηγεσία, περιορίζονται σε πατριωτικά ή κοινωνικού περιεχομέ­νου κηρύγματα.
Ελησμόνησαν ότι «το πολίτευμα ημών εν ουρανοίς υπάρχει» (Φιλιπ. 3, 20), ότι η Εκκλησία, ως βασιλεία του Θεού, «ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου» (Λουκά 18, 36), ότι οι Χριστιανοί πρέπει να φρονούμε τα άνω, όχι τα επί της γης (Κολ. 3, 2), το λειτουργικό πρόσταγμα «άνω σχώμεν τας καρδίας»… […]
Πολλοί δε από τους επισκόπους αντί να αγρυπνούν και να παρουσιάζουν τους κινδύνους των αιρέσεων του Παπισμού και του Οικουμενισμού και να ενημερώνουν το ποίμνιο, επαναπαύονται με το ότι τους ακολουθούν και συμφωνούν με την στάση τους οι πολλοί ακατήχητοι και ανενημέρωτοι, ενώ τους αγωνιώντας και ενημερωμένους τους παρουσιάζουν ως μικρή μειο­νότητα «φανατικών», και «υπερσυντηρητικών».
Ταιριάζει εδώ απολύτως αυτό που είπε προ του πάθους ο Κύριος για τους Γραμματείς και Φαρισαίους, συνοδευόμενο από ένα καταδικαστικό ταλανισμό:
«Ουαί υμίν, Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, ότι κλείετε την βασιλείαν των ουρανών έμπροσθεν των ανθρώπων υμείς γαρ ουκ εισέρχεσθε ουδέ τους εισερχόμενους αφίετε εισελθείν» (Ματθ. 23, 13-14).

7. Υπάρχει τρομερή έλλει­ψη μέσων ενημερώσεως του λαού, γνήσιας και αντικειμενικής

Ο κο­σμικός τύπος, έντυπος και ηλεκτρονικός, χειροκροτεί απροβλημάτιστα, ίσως και σχεδιασμένα, όλα τα οικουμενιστικά και συγκρητιστικά ανοίγματα των εκκλησιαστικών ηγετών, και ειρωνεύεται όλες τις παραδοσιακές θέσεις και αξίες ως παρωχημένα και ξεπερασμένα πράγ­ματα. Τώρα δε και ο ελεγχόμενος από την εκκλησιαστική ηγεσία εκκλησιαστικός τύπος και το ραδιόφωνο της Εκκλησίας της Ελλάδος ενθου­σιαστικά προβάλλουν κάθε οικουμενιστική εκδήλωση, ενώ έχουν απο­κλεισθεί οι ορθόδοξες φωνές. […]

8. Η εκκοσμίκευση κλήρου και λαού

Η γοητεία και ελκυστικό­τητα του κόσμου παρασύρει, με συνέπεια τη χαλάρωση του ζήλου και του αγώνος για την «στενή και τεθλιμμένη οδό» του Ευαγγελίου και των Αγίων. […]

(Υπάρχει ένα) πολύ συχνά προβαλλόμενο επιχείρημα από τους εφησυχάζοντες και αδιαφορούντες:
«Δεν παθαίνει τίποτε ή Εκκλησία, είναι αήττητη, μη φοβάστε». Όντως η Εκκλησία δεν πρόκειται να καταστραφεί, αφού είναι Σώμα Χριστού, έχει Κεφαλή το Χριστό, είναι ο Χριστός ο εις τους αιώνας επεκτεινόμενος. Έχομε τη διαβεβαίωση του ιδίου του Χριστού ότι «και πύλαι Άδου, ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. 16,18). Ο κίνδυνος όμως δεν αναφέρεται στην Εκκλησία, η οποία θα υπάρχει εις τους αιώνας μετά της Κεφαλής της, του Χριστού, αλλά εις τα μέλη της Εκκλησίας, εις τους πιστούς, οι οποίοι κινδυνεύουν να χαθούν, όταν χαθεί η ορθή πίστη, η Ορθοδοξία, και επικρατήσουν η αίρεση και η πλάνη.
Όταν χαθεί η ορθή πίστη, όσο άγιος και ενάρετος και αν είναι κανείς, δεν σώζεται· αντίθετα μέσα στην ορθώς πιστεύουσα, μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, σώζεται ανά πάσα στιγμή και ο μεγαλύτερος αμαρτω­λός, όταν μετανοήσει και εξομολογηθεί τις αμαρτίες του.

Ο κίνδυνος από τις αμαρτίες μας αντιμετωπίζεται με την μετάνοια και την εξομολό­γηση, ο κίνδυνος από την αίρεση δεν αντιμετωπίζεται με τίποτε∙ οδη­γεί τον αιρετικό με βεβαιότητα στην απώλεια. […]
Ο ίδιος ο Κύριος επεσήμανε τον κίνδυνο των ψευδοποιμένων που προσπαθούν να παραπλανήσουν το ποίμνιο, και την ανάγκη να μην ακούουν οι πιστοί «των αλλοτρίων την φωνήν», διότι ενώ ο καλός ποιμήν Θυσιάζεται για τη σωτηρία των προβάτων, ο μισθωτός, ο επαγγελματίας ποιμήν, μπρο­στά στον κίνδυνο φεύγει, και αφήνει τους λύκους, δηλαδή τους αιρε­τικούς, να αρπάξουν και να σκορπίσουν τα πρόβατα (Iω. 10, 1-16).
Γι' αυτό και οι Άγιοι Απόστολοι και οι Άγιοι Πατέρες δεν επαναπαύθηκαν στο κήρυγμα αυτό της απραξίας, «μη φοβάστε, μην ανησυ­χείτε, η Εκκλησία δεν παθαίνει τίποτε», αλλά όλη τους η ζωή, όπως φαίνεται από τα συγγράμματα τους, ήταν ένας ανύστακτος, ένας αδιά­κοπος, ένας συνεχής αγώνας, για να κρατηθεί αλώβη­τη η αληθινή πίστη, να μη κατορθώσουν οι αιρετικοί να την διαστρέψουν, να κηρύξουν άλλο Ευαγγέλιο, άλλο Χριστό, παραμορφωμένο και προσ­αρμοσμένο στις επιθυμίες τους. Έδωσαν οι περισσότεροι και τη ζωή τους, έγιναν μάρτυρες, «για του Χρίστου την πίστη την αγία», μεγάλοι ομολογηταί και διδάσκαλοι της αληθείας, διωκόμενοι, υβριζόμενοι, συκοφαντούμενοι, διαβαλλόμενοι, καθ' ημέραν αποθνήσκοντες. […]

Ο Απόστολος Παύλος συνέστησε στους πρεσβυτέρους της Εφέσου στη Μίλητο -προαισθανόμενος να εγγίζει το τέλος του- ως πρώτιστο ποιμαντικό τους καθήκον, να προσέχουν τους εαυτούς τους και το ποί­μνιο, να ποιμαίνουν την Εκκλησία την οποία ίδρυσε ο Χριστός όχι αδιαφορών, φιλοσοφών, διασκεδάζων, καθυσυχάζων, εξουσιάζων, κοινωνιολογών και καλοπερνών, αλλά με το ίδιο Του το αίμα.
Τους προειδοποιεί ότι θα εμφανισθούν «λύκοι βαρείς μη φειδόμενοι τον ποιμνίου», οι αιρετικοί δηλαδή. Και το πιο πικρό και λυπηρό, ότι και ανάμεσα από τους ίδιους, από το ιερατείο, από τους επισκόπους και τους ιερείς, «αναστήσονται άνδρες λαλούντες διεστραμμένα του αποσπάν τους μαθητάς οπίσω αυτών».
Και ενώ αυτό ήταν πρόρρηση και προφητεία, πού επαληθεύθηκε σύντομα, και επαληθεύεται διαρκώς στη ζωή της Εκκλησίας, δεν τους καθησυχάζει αλλά σαλπίζει σάλπισμα εγερτήριο, σάλπισμα αγρύπνιας, προσοχής, εγρήγορσης· «Διό γρηγορείτε», τους λέγει «μνημονεύοντες ότι τριετίαν νύκτα και ημέραν ουκ επαυσάμην μετά δακρύων νουθετών ένα έκαστον» (Πράξ. 20, 28-32).

Είναι Παύλειο, αλλά δυστυχώς ξεχασμένο το σύνθημα «Γρηγορείτε», σήμερα που οι λύκοι οι βαρείς έχουν εισέλθει μέσα στην Εκκλησία, και πολλοί και εξ ημών των κλη­ρικών λαλούν διεστραμμένα, αποσπούν τους πιστούς από την αλήθεια της Ορθοδοξίας στα δίχτυα και στις πλάνες των αιρέσεων του Παπισμού και του Οικουμενισμού.
Η καθησυχαστική θέση «δεν θα πάθει τίποτε η Εκκλησία» είναι σωστή, ως ενθαρρυντική όχι στην απραξία και στην αδιαφορία, αλλά στον αγώνα· αγωνισθείτε, κοπιάστε, ομολογήστε και ο Θεός δεν θα αφήσει την Εκκλησία Του. Χωρίς την συνεργεία την δική μας, που είναι δόγμα της Πίστεως μας, ο Θεός μας εγκαταλείπει, διότι δεν σώζει κανένα, χωρίς να το θέλει και να το επιθυμεί, όπως εσφαλμένα δέχεται η διδασκαλία των Προτεσταντών περί απολύτου προορισμού. Η ιστο­ρία άλλωστε μας διδάσκει ότι ολόκληρες τοπικές αρχαίες εκκλησίες χάθηκαν, όπως οι επτά εκκλησίες της Αποκαλύψεως, και πολλές άλλες έχουν εξασθένηση μέχρι θανάτου, κυρίως για την αποστασία και την προδοσία της Πίστεως εκ μέρους των ποιμένων και των πιστών τους. Υφίσταται όμως και υπάρχει η Εκκλησία η Ορθόδοξη, μεγαλυνθείσα και αυξηθείσα και με άλλους λαούς υπό την αυστηρή παιδαγωγία του Ιδρυτού της σταυρουμένη, αλλά πορευομένη εν αληθεία.

Η αιρετική Δύση, υπερηφανεύεται για την αποφυγή της εξωτερικής κακοπάθειας, η οποία είναι δείγμα θεϊκής παιδαγωγίας και επισκέψεως, έχει χάσει όμως παντελώς την χριστιανική της υπόσταση, έχει αποχριστιανισθή τελείως. Και αυτή η πνευματική καταστροφή είναι πολύ χειρότερη· ο πνευματικός θάνατος είναι πολύ χειρότερος από τον σω­ματικό θάνατο. «Μη φοβηθήτε από των αποκτενόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθ. 10, 28).
Ολόκληρη η Ευρώπη είναι ένα απέραντο πνευματικό νεκροταφείο, και την οσμή αυτού του θανάτου, για τον οποίο είναι υπεύθυνοι ο Παπισμός και ο Προτεσταντισμός, με­ταφέρουν και στην Ορθόδοξη Ελλάδα οι αγαπητικές σχέσεις, οι συ­ναντήσεις και οι επισκέψεις με τους εκπροσώπους αυτών των αιρέσε­ων, που τις αναγνωρίζουμε πλέον ως «εκκλησίες», ως «δρόμους σωτηρίας».
Οδήγησαν τους λαούς της Δύσεως σε πνευματικό θάνατο, και αντί να τους υποδείξουμε την ζωοποιούσα και σώζουσα αλήθεια της Ορθοδοξίας, ώστε να σώσουν και τους ιδικούς τους λαούς, προκαλούμε σύγ­χυση και αμφιβολίες και στον δικό μας ευλογημένο λαό και τον σπρώ­χνουμε προς την απώλεια, αφού γκρεμίσαμε τα όρια των Πατέρων και είναι εύκολο να διαβούν από την αλήθεια στην αίρεση, από την ζωή στο θάνατο. […]
Σε λίγο θα ψάχνουμε και στην Ελλάδα να βρούμε Έλληνα Ορθόδοξο και δεν θα βρίσκουμε. Θα χαθούν τα παιδιά μας, οι επόμενες γε­νιές, χάνεται ήδη και η παρούσα, ενώ οι περισσότεροι δεν βλέπουν τον κίνδυνο, στρουθοκαμηλίζουν. Η Εκκλησία βέβαια δεν θα χαθεί, θα υπάρχει, έστω και με τρεις Ορθοδόξους, θα χαθούν όμως μυριάδες ψυχών, ορθοδόξων και ετεροδόξων. […]

Μπροστά λοιπόν στον εμφανή αυτόν κίνδυνο πού τώρα είναι σοβα­ρός, πολύ σοβαρότερος από το πρόσφατο παρελθόν πρέπει αφυπνίσουμε το κοιμώμενο λόγω άγνοιας ορθόδοξο πλήρωμα. […]
Όπως έλεγε ο πατρι­άρχης Γεννάδιος Σχολάριος, βλέποντας να έρχεται η καταστροφή της Κωνσταντινουπόλεως, «πρέπει να ξυπνήσουμε την πόλη που κοιμάται και δεν αντιλαμβάνεται το κακό που έρχεται». […]
Και να πέφτουμε στα γόνατα και να προσευχόμαστε προς τον Χριστό, ο οποίος φαίνεται, ότι λόγω της αναξιότητός μας καθεύδει μέσα στη φουρτούνα και στο σάλο, για να ξυπνήσει, να καταπαύσει την τρικυμία, να παύσει τα σχίσματα και να επαναφέρει όλους τους πεπλανημένους, όλους τους αιρετικούς, μέ­σα στην Αγία του Εκκλησία, γιατί μόνον αυτό συνιστά την αληθινή Ένωση. Δεν πρέπει να αθυμούμε, αλλά με χαρά να υπομένουμε και να περιμένουμε, γιατί τελικά η νίκη και ο θρίαμβος θα είναι του Χριστού και όχι του Αντιχρίστου.


Δεν υπάρχουν σχόλια: