Δευτέρα, Ιανουαρίου 07, 2008

Κοινή Διακήρυξις του Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄και του Πατριάρχου Βαρθολομαίου Α΄


«Αύτη η ημέρα ην εποίησεν ο Κύριος, αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή» (Ψαλμ. 117, 24).

Η αδελφική συνάντησις, ην είχομεν ημείς, ο Πάπας Ρώμης Βενέδικτος ΙΣΤ΄ και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος Α΄, είναι έργον Θεού και κατά τινα τρόπον δώρον εξ Εκείνου προερχόμενον. Ευχαριστούμεν τω Δοτήρι παντός αγαθού, όστις επέτρεψεν ημίν και αύθις ίνα εκφράσωμεν εν προσευχή και αντιδόσει την χαράν ημών όπως αισθανθώμεν ως αδελφοί και ανανεώσωμεν την δέσμευσιν ημών εν τη προοπτική της πλήρους μετ΄ αλλήλων κοινωνίας. Η δέσμευσις αύτη προέρχεται εκ της θελήσεως του Κυρίου ημών και εκ της ευθύνης ημών ως Ποιμένων εν τη Εκκλησία του Χριστού. Η συνάντησις ημών είθε να είναι σημείον και ενθάρρυνσις πάντων ημών όπως συμμεριζώμεθα τα αυτά αισθήματα και τας αυτάς διαθέσεις αδελφοσύνης, συνεργασίας και κοινωνίας εν αγάπη και εν αληθεία. Το Άγιον Πνεύμα είθε να οδηγήση ημάς εις την προετοιμασίαν της μεγάλης ημέρας της αποκαταστάσεως της πλήρους ενότητος, όταν και όπως θελήση τούτο ο Θεός. Τότε θα δυνηθώμεν να ευφρανθώμεν και να αγαλλιασθώμεν αληθώς.

1. Ανεμνήσθημεν ευγνωμόνως των συναντήσεων των σεβασμίων προκατόχων ημών, των μακαριστών εν Κυρίω, οίτινες έδειξαν τω κόσμω το επείγον της ενότητος και εχάραξαν την ατραπόν δια να φθάσωμεν εις αυτήν δια του διαλόγου, της προσευχής και της καθ΄ ημέραν εκκλησιαστικής ζωής. Ο Πάπας Παύλος ο ΣΤ΄ και ο Πατριάρχης Αθηναγόρας ο Α΄, προσκυνηταί εις Ιερουσαλήμ, ένθα ο Ιησούς Χριστός απέθανε και ανέστη δια την σωτηρίαν του κόσμου, συνηντήθησαν έκτοτε εκ νέου, εδώ εν Φαναρίω και εν Ρώμη. Παρέδωσαν ημίν μίαν Κοινήν Δήλωσιν, ήτις διατηρεί πάσαν την αξίαν αυτής, υπογραμμίζουσαν ότι ο αληθής διάλογος της αγάπης δέον όπως υποστηρίζη και εμπνέη πάσας τας σχέσεις μεταξύ των προσώπων και μεταξύ αυτών τούτων των Εκκλησιών· «δέον όπως είναι ερριζωμένος εν τη ολοκληρωτική πιστότητι προς τον μοναδικόν Κύριον Ιησούν Χριστόν και εν τω αμοιβαίω σεβασμώ των ιδιαιτέρων αυτών Παραδόσεων» (Τόμος Αγάπης, 195). Ουδόλως ελησμονήσαμεν επίσης την ανταλλαγήν επισκέψεων υπό της Αυτού Αγιότητος του Πάπα Ιωάννου Παύλου Β΄ και της Αυτού Παναγιότητος του Πατριάρχου Δημητρίου Α΄. Ακριβώς δε, κατά την επίσκεψιν του Πάπα Ιωάννου Παύλου Β΄, την πρώτην οικουμενικήν επίσκεψιν αυτού, ανηγγέλθη η σύστασις της Μικτής Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εν αυτή συνήλθον αι Εκκλησίαι ημών επί τω διακηρυχθέντι σκοπώ της αποκαταστάσεως της πλήρους κοινωνίας.

Καθ΄ όσον αφορά εις τας σχέσεις μεταξύ της Εκκλησίας της Ρώμης και της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, δεν δυνάμεθα να λησμονήσωμεν την επίσημον εκκλησιαστικήν πράξιν, δι΄ ης παρεδόθησαν εις την λήθην τα παλαιά αναθέματα, τα οποία επηρέασαν ανά τους αιώνας τας σχέσεις των Εκκλησιών ημών κατά τρόπον αρνητικόν. Δεν ηντλήσαμεν εισέτι εκ της πράξεως ταύτης πάσας τας θετικάς συνεπείας, αίτινες δύνανται να προκύψουν εξ αυτής δια την πορείαν ημών προς την πλήρη ενότητα, προς ην καλείται η Μικτή Επιτροπή του Θεολογικού Διαλόγου όπως προσφέρη μίαν σημαντικήν συμβολήν. Προτρεπόμεθα τους πιστούς ημών να αναλάβουν ενεργόν ρόλον εις την διαδικασίαν ταύτην δια της προσευχής και δια σημαντικών ενεργειών.

2. Κατά την εν ολομελεία συνέλευσιν της Μικτής Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου, ήτις συνήλθε προσφάτως εν Βελιγραδίω και έτυχε γενναιοδώρου φιλοξενίας υπό της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Σερβίας, εξεφράσαμεν την βαθείαν χαράν ημών επί τη επαναλήψει του Θεολογικού Διαλόγου. Μετά διακοπήν ολίγων ετών, οφειλομένην εις διαφόρους δυσκολίας, η Επιτροπή ηδυνήθη να εργασθή εκ νέου εν πνεύματι φιλίας και συνεργασίας. Εξετάζουσα το θέμα «Συνοδικότης και αυθεντία εν τη Εκκλησία» εις τοπικήν, περιφερειακήν και οικουμενικήν διάστασιν, ανέλαβε μίαν φάσιν μελέτης των εκκλησιολογικών και κανονικών συνεπειών της μυστηριακής φύσεως της Εκκλησίας. Αύτη θα επιτρέψη όπως εξετασθούν ωρισμένα εκ των βασικών ζητημάτων, τα οποία ακόμη διαμφισβητούνται. Είμεθα αποφασισμένοι, όπως υποστηρίζωμεν σταθερώς, ως και κατά το παρελθόν, το ανατεθέν τη Επιτροπή ταύτη έργον και συνοδεύωμεν τα μέλη αυτής δια των ημετέρων προσευχών.

3. Ως Ποιμένες, εσκέφθημεν εν πρώτοις την αποστολήν της αναγγελίας του Ευαγγελίου εις τον σύγχρονον κόσμον. Η αποστολή αύτη, «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ. 28, 19), είναι σήμερον, είπερ ποτέ και άλλοτε, επίκαιρος και αναγκαία, και εις αυτάς εισέτι τας κατά παράδοσιν χριστιανικάς χώρας. Επί πλέον, δεν δυνάμεθα να αγνοήσωμεν την έξαρσιν της εκκοσμικεύσεως, της σχετικοκρατίας ή και του μηδενισμού, ιδία εν τω δυτικώ κόσμω. Πάντα ταύτα απαιτούν μίαν ανανεωμένην και ισχυράν προβολήν του Ευαγγελίου, προσηρμοσμένην εις τας συγχρόνους πολιτισμικάς τάσεις. Αι ημέτεραι παραδόσεις αποτελούν δι΄ ημάς μίαν κληρονομίαν, την οποίαν δέον όπως συμμεριζώμεθα, προβάλλωμεν και καθιστώμεν επίκαιρον συνεχώς. Δια τούτο οφείλομεν να ενισχύσωμεν την συνεργασίαν και την κοινήν μαρτυρίαν ημών προς πάντα τα έθνη.

4. Ηξιολογήσαμεν θετικώς την πορείαν προς την διαμόρφωσιν της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Οι πρωταγωνισταί της μεγάλης ταύτης πρωτοβουλίας ασφαλώς θα λάβουν υπ΄ όψιν όλα όσα άπτονται του ανθρωπίνου προσώπου και των αναπαλλοτριώτων δικαίων αυτού, ιδία την θρησκευτικήν ελευθερίαν, η οποία είναι απόδειξις και εγγύησις του σεβασμού πάσης άλλης ελευθερίας. Εν πάση πρωτοβουλία ενώσεως δέον όπως προστατεύωνται αι μειονότητες μετά των πολιτισμικών παραδόσεων και των θρησκευτικών ιδιαιτεροτήτων αυτών. Εν Ευρώπη παραμένοντες ανοικτοί προς τας άλλας Θρησκείας και προς την συμβολήν αυτών εις τον πολιτισμόν, οφείλουν να ενώσουν τας προσπαθείας των δια την διαφύλαξιν των χριστιανικών ριζών, παραδόσεων και αξιών, ώστε να διασφαλίσωμεν τον σεβασμόν της ιστορίας και να συμβάλωμεν επίσης εις τον πολιτισμόν της μελλοντικής Ευρώπης και εις την ποιότητα των ανθρωπίνων σχέσεων εις πάντα τα επίπεδα. Εν τω πλαισίω τούτω, πώς θα ηδυνάμεθα να μη αναφερθώμεν εις τους πολύ αρχαίους μάρτυρας και εις την λαμπράν χριστιανικήν κληρονομίαν του τόπου, ένθα συναντώμεθα, αρχόμενοι εκ των λόγων του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων δια το πρόσωπον του Αγίου Παύλου, του Αποστόλου των Εθνών; Εις τον τόπον τούτον συνηντήθησαν το μήνυμα του Ευαγγελίου και η αρχαία πολιτισμική παράδοσις. Ο δεσμός αυτός, ο οποίος τοσούτον συνέβαλεν εις την κοινήν ημών χριστιανικήν κληρονομίαν, παραμένει επίκαιρος και θα αποδώση εν τω μέλλοντι και άλλους καρπούς δια την προβολήν του Ευαγγελίου και δια την ενότητα ημών.

5. Τα βλέμματα ημών στρέφονται εις τους τόπους του σημερινού κόσμου, ένθα διαβιούν οι χριστιανοί, και εις τας υπ΄ αυτών αντιμετωπιζομένας δυσκολίας, ιδία την πείναν, τους πολέμους και την τρομοκρατίαν, αλλ΄ επίσης και τας διαφόρους μορφάς εκμεταλλεύσεως των πτωχών, των μεταναστών, των γυναικών και των παιδιών. Ρωμαιοκαθολικοί και Ορθόδοξοι καλούνται να αναλάβουν από κοινού δράσιν υπέρ του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παντός ανθρώπου πλασθέντος κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν Θεού, ως και υπέρ της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτισμικής αναπτύξεως. Αι θεολογικαί και ηθικαί παραδόσεις ημών δύνανται να προσφέρουν μίαν σταθεράν βάσιν κοινής διδασκαλίας και δράσεως. Θέλομεν πρό παντός άλλου να διακηρύξωμεν ότι ο φόνος αθώων εν ονόματι του Θεού είναι προσβολή προς Αυτόν και προς την ανθρωπίνην αξιοπρέπειαν. Οφείλομεν να δεσμευθώμεν όλοι δια μίαν ανανεωμένην διακονίαν του ανθρώπου και δια την προστασίαν της ανθρωπίνης ζωής, πάσης ανθρωπίνης ζωής.
Έχομεν βαθέως εις την καρδίαν ημών την ειρήνην εν τη Μέση Ανατολή, ένθα ο Κύριος ημών έζησεν, έπαθεν, απέθανε και ανέστη, και ένθα από πολλών αιώνων ζούν πολλοί χριστιανοί αδελφοί. Επιθυμούμεν διακαώς την αποκατάστασιν της ειρήνης εν τη γή ταύτη, την ενίσχυσιν της αγαστής συνυπάρξεως μεταξύ των διαφόρων πληθυσμών αυτής, μεταξύ των Εκκλησιών και μεταξύ των διαφόρων θρησκειών, αι οποίαι ευρίσκονται εκεί. Διό και ενθαρρύνομεν την ανάπτυξιν στενοτέρων σχέσεων μεταξύ των χριστιανών και ενός αυθεντικού και συνεπούς διαθρησκειακού διαλόγου, επί τη προοπτική ενός αγώνος κατά πάσης μορφής βίας και διακρίσεων.

6. Σήμερον, ενώπιον των μεγάλων κινδύνων δια το φυσικόν περιβάλλον, θέλομεν να εκφράσωμεν την αγωνίαν ημών δια τας αρνητικάς συνεπείας δια την ανθρωπότητα και την όλην δημιουργίαν μιάς άνευ ορίων οικονομικής και τεχνολογικής προόδου. Ως θρησκευτικοί ηγέται, θεωρούμεν χρέος ημών να ενθαρρύνωμεν και να υποστηρίξωμεν πάσας τας προσπαθείας, αι οποίαι ανελήφθησαν δια την προστασίαν της δημιουργίας του Θεού και δια την παράδοσιν εις τας μελλοντικάς γενεάς ενός κόσμου, εντός του οποίου θα δύνανται να ζήσουν.

7. Τέλος, η σκέψις ημών στρέφεται προς υμάς πάντας, τους πιστούς των δύο ημών Εκκλησιών παρόντας εις σύμπαντα τον κόσμον, επισκόπους, πρεσβυτέρους, διακόνους, μοναχούς και μοναχάς, λαϊκούς άνδρας και γυναίκας, τεταγμένους είς τινα εκκλησιαστικήν διακονίαν, και προς πάντας τους βεβαπτισμένους. Χαιρετίζομεν εν Χριστώ τους άλλους Χριστιανούς, διαβεβαιούμενοι αυτούς δια την προσευχήν και δια την ετοιμότητα ημών προς διάλογον και συνεργασίαν. Χαιρετίζομεν υμάς πάντας δια των λόγων του Αποστόλου των Εθνών: «χάρις υμίν και ειρήνη από Θεού πατρός ημών και Κυρίου Ιησού Χριστού» (Β΄ Κορ. 1, 2).

Φανάριον, 30 Νοεμβρίου 2006

ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ ΙΣΤ΄

ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ Α΄




Δεν υπάρχουν σχόλια: