Δευτέρα, Ιανουαρίου 07, 2008

Κοινή Δήλωσις της Α.Α. του Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄και της Α.Μ. του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Χριστοδούλου


14/12/2006

1. Ημείς, Βενέδικτος ΙΣΤ', Πάπας και Επίσκοπος Ρώμης και Χριστόδουλος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, ιστάμενοι εις τον δια του ευαγγελικού κηρύγματος και του μαρτυρίου των πρωτοκορυφαίων των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου λαμπρυνθέντα ιερόν τούτον τόπον της Πρεσβυτέρας Ρώμης, βιούμεν εντονώτερον την κοινήν αποστολήν ημών δια την αυθεντικήν συνέχισιν της αποστολικής μαρτυρίας της πίστεως προς τούς εγγύς και τούς μακράν, εις τους οποίους και απευθύνομεν χαρμόσυνον μήνυμα δια της επερχομένης κοινής δι' Ορθοδόξους και Ρωμαιοκαθολικούς Εορτής της Ενανθρωπήσεως του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Ωσαύτως, βιούμεν την κοινήν ευθύνην ημών δια την εν αγάπη και αληθεία υπέρβασιν των ποικίλων συγχύσεων και τραυματικών εμπειριών του πολυκυμάντου ιστορικού παρελθόντος προς δόξαν του εν Τριάδι αγίου Θεού και της αγίας Εκκλησίας Του.

2. Η συνάντησις αύτη εν τη θεία Χάριτι καθιστά ημάς εν πλήρει συνειδήσει κοινωνούς της κοινής ευθύνης, ίνα βεβαιώσωμεν την κοινήν αποστολήν ημών και διανύσωμεν από κοινού την δύσβατον ατραπόν του διαλόγου της αληθείας προς αποκατάστασιν της κοινωνίας της πίστεως εν τω συνδέσμω της αγάπης. Διο, στοιχούντες τη θεία εντολή του Ιδρυτού της Εκκλησίας Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και φωτιζόμενοι υπό του αγίου Πνεύματος, όπερ πάντα συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας, πορευόμεθα την οδόν ταύτην κατά το αποστολικόν υπόδειγμα εν αγάπη και εν πνεύματι καταλλαγής.

3. Αναγνωρίζομεν τα σημαντικά βήματα του διαλόγου της αγάπης και των αποφάσεων της Β' Βατικανής Συνόδου δια τας σχέσεις των ημετέρων Εκκλησιών. Έχομεν δε δι' ελπίδος ότι ο διμερής θεολογικός διάλογος δύναται ν' αξιοποιήση τα θετικά ταύτα στοιχεία προς αναζήτησιν κοινή αποδεκτών θεολογικών προτάσεων εν πνεύματι καταλλαγής, ως προέτεινε και ο ένδοξος κοινός Πατήρ της Εκκλησίας Μ. Βασίλειος, τονίσας, εν περιόδω πολλαπλών διασπάσεων του εκκλησιαστικού σώματος, «ότι τη χρονιωτέρα συνδιαγωγή και τη αφιλονείκω συγγυμνασία και ει τι δέοι πλέον προστεθήναι εις τράνωσιν, δώσει Κύριος ο πάντα συνεργών εις αγαθόν τοις αγαπώσιν αυτόν» (Επιστ. 113).

4. Διακηρύσσομεν εν μια φωνή την επιτακτικήν ανάγκην εμμονής εις την οδόν του εποικοδομητικού θεολογικού διαλόγου. Διότι, παρά τας διαπιστωμένας δυσχερείας, η οδός αύτη είναι η μάλλον αποτελεσματικωτέρα οδός της Εκκλησίας δια τε την αποκατάστασιν της ποθητής ενότητος του εκκλησιαστικού σώματος περί την Τράπεζαν του Κυρίου και δια την ενίσχυσιν της αξιοπιστίας του χριστιανικού μηνύματος εις μίαν κρίσιμον εποχήν ραγδαίων πολιτικών μεταβολών και οξυτάτων πνευματικών συγχύσεων, αι οποίαι εντείνονται δια της προωθήσεως της παγκοσμιοποιήσεως και απειλούν ενίοτε αυτήν ταύτην την ανθρωπίνην ύπαρξιν εν τη σχέσει αυτής μετά του Θεού και του κόσμου.

5. Όλως ιδιαιτέρως ανανεούμεν εν πάση επισημότητι την κοινήν ημών επιθυμίαν όπως αναγγείλωμεν εις τον κόσμον το Ευαγγέλιον του Ιησού Χριστού και κυρίως εις την νέαν γενεάν, διότι «η αγάπη του Χριστού συνέχει ημάς» (Β' Κορ., ε' 14) δια να αποκαλύψη εις αυτήν την Ενανθρώπισιν του Κυρίου ίνα πάντες εν αφθονία ζωήν έχωσιν. Τούτο καθίσταται γεγονός ιδιαιτέρας σημασίας δια τας κοινωνίας ημών, όπου πολυάριθμα ιδεολογικά ρεύματα απομακρύνουν τον άνθρωπον εκ του Θεού και του στερούν την αίσθησιν της υπάρξεως. Επιθυμούμεν όπως διακηρύξωμεν το Ευαγγέλιον της χάριτος και της αγάπης, ίνα πάντες οι άνθρωποι ώσιν εν Κοινωνία μετά του Πατρός, του Υιού και του αγίου Πνεύματος και ίνα τελειωθή η χαρά αυτών.

6. Θεωρούμεν τας θρησκείας ως εχούσας ιδιαίτερον ρόλον δια την διαφύλαξιν της επικρατήσεως της εν τω κόσμω ειρήνης και ότι αύται δεν ημπορούν να μετατραπούν εις εστίας μισαλλοδοξίας και βίας. Ως χριστιανοί ηγέται προτρέπομεν από κοινού το σύνολον των θρησκευτικών ηγετών όπως συνεχίσωσι και ενδυναμώσωσι τον Διαθρησκειακόν Διάλογον και εργασθώσι δια την δημιουργίαν μιας κοινωνίας ειρήνης και αδελφότητος μεταξύ προσώπων και λαών. Αύτη είναι μία εκ των αποστολών των θρησκειών. Υπό την έννοιαν ταύτην, οι χριστιανοί επιβάλλεται όπως εργάζωνται και όπως συνεχίσωσι να εργάζωνται εν τω κόσμω, εν συνεργασία μετ' ανδρών και γυναικών καλής θελήσεως, εν πνεύματι αλληλεγγύης και αδελφοσύνης.

7. Επιθυμούμεν όπως αποτίσωμεν τιμητικόν έπαινον δια τας εντυπωσιακάς προόδους εις όλους τούς τομείς του επιστητού, και όλως ιδιαιτέρως εις αυτάς που αφορούν εις τον άνθρωπον, καλούντες ένα έκαστον των υπευθύνων και των επιστημόνων όπως σεβασθώσι τον ιερόν χαρακτήρα του ανθρωπίνου προσώπου και την αξιοπρέπειαν αυτού, διότι η ζωη αποτελεί θείον δώρον. Ευρισκόμεθα μετ' ευλόγου αγωνίας ενώπιον της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως εκ των πειραματικών δοκιμών εις την ανθρωπίνην οντότητα, αι οποίαι απάδουν προς τον σεβασμόν, την αξιοπρέπειαν και την αναγνώρισιν του ανθρωπίνου προσώπου εις το επίπεδον της υπάρξεως αυτού, τόσον από της συλλήψεως, όσον και μέχρι της φυσικής απολήξεως αυτού.

8. Επιπλέον, αξιούμεν μείζονα ευαισθησίαν δια την αποτελεσματικωτέραν προστασίαν εις τας χώρας ημών, τόσον εις ευρωπαϊκόν, όσον και εις παγκόσμιον επίπεδον, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, άτινα εδράζονται επί της αξιοπρεπείας του ανθρωπίνου προσώπου ως δημιουργίας κατ' εικόνα Θεού.

9. Ευχόμεθα δια μίαν γόνιμον συνεργασίαν δια να επαναπροσδιορίσωμεν εις τούς συγχρόνους τας χριστιανικάς ρίζας της ευρωπαϊκής ηπείρου, αι οποίαι εσφυρηλάτισαν την δημιουργίαν διαφορετικών εθνών και συνέβαλον εις την ανάπτυξιν μεταξύ των αρμονικών δεσμών. Αύται υποβοηθούν εις την επιβίωσιν και περαιτέρω εξέλιξιν των ανθρωπίνων αξιών και των πνευματικών θεμελίων τόσον επί των προσώπων, όσον και επί της ευημερίας των κοινωνιών.

10. Συμμεριζόμεθα τας αξίας των επιτευγμάτων της τεχνολογίας και της οικονομίας των συγχρόνων λαών και κοινωνιών. Όμως, καλούμεν τας προηγμένας χώρας εις μίαν μεγαλυτέραν συνδρομήν προς τα εν αναπτύξει κράτη και τα πλέον πτωχά εξ αυτών, εν πνεύματι κοινωνικής δικαιοσύνης, αναγνωρίζοντες ότι πάντες οι άνθρωποι είναι αδελφοί ημών, και ότι αποτελεί κοινόν χρέος ίνα προστρέξωμεν εις βοήθειαν των αδυνάμων και των πτωχών, οι οποίοι είναι κατ' εξοχήν τέκνα αγαπητά του Κυρίου. Υπό την έννοιαν ταύτην, δεν συμβιβαζόμεθα με την καταχρηστικήν εκμετάλλευσιν της θείας δημιουργίας, η οποία είναι το έργον του Θεού. Καλούμεν προς τούτο τούς ιθύνοντας και πάντας τούς καλής πίστεως ανθρώπους όπως δεσμευθώσιν εις μίαν λελογισμένην και σεβαστήν διαχείρισιν της θείας δημιουργίας, μετά του καθήκοντος της αλληλεγγύης, κυρίως προς τούς λαούς οίτινες ευρίσκονται εν καταστάσει πείνης, και όπως κληροδωτήσωσιν εις τας επερχομένας γενεάς βιώσιμον περιβάλλον προς πάντας.

11. Λόγω των κοινών ημών πεποιθήσεων, συντασσόμεθα εις την κοινήν ημών επιθυμίαν δια περαιτέρω δέσμευσιν δια την ανάπτυξιν της κοινωνίας, εν πνεύματι εποικοδομητικής συνεργασίας, δια την διακονίαν του ανθρώπου και των λαών, δίδοντες την μαρτυρίαν της πίστεως και της εν ημίν ελπίδος.

12. Προσβλέποντες όλως ιδιαιτέρως εις τούς πιστούς, Ορθοδόξους και Ρωμαιοκαθολικούς, απευθύνομεν εγκάρδιον χαιρετισμόν, εμπιστευόμενοι αυτούς εν τω ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού όπως αναδειχθώσι αδιάψευστοι μάρτυρες της θείας αγάπης, αναπέμποντες θερμάς δεήσεις όπως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός χαρίζη εις πάντας ανθρώπους το δώρον της ειρήνης, εν φιλανθρωπία και ενότητι δια το ανθρώπινον γένος.

Εν Βατικανώ τη 14η Δεκεμβρίου 2006



Δεν υπάρχουν σχόλια: