Παρασκευή, Απριλίου 11, 2008

Η άκρως αντορθόδοξη και αντιπατερική ομιλία του Πατριάρχη στην έδρα του Π.Σ.Ε., που αποδεικνύει πως και σήμερα το Φανάρι παραμένει Πνευματικά σβησμένο

«Ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη, της Αυτού Παναγιότητος Βαρθολομαίου, στην 60η επέτειο του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών»

METAΦΡΑΣΗ : Δέσποινα Μ. Καλογεράκη, Δρ Θεολογίας
Το πρωτότυπο κείμενο (στα Αγγλικά) βρίσκεται στην ιστοσελίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου : www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=876&tla=gr

ΥΠ’ ΟΨΙΝ ΟΤΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΕ ΑΓΚΥΛΕΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑΣ ΚΑΙ ΟΤΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΝΤΟΝΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ


Καθεδρικός Ναός Αγίου Πέτρου, Γενεύη, 17 Φεβρουαρίου 2008

«Παρακαλώ δε υμάς, αδελφοί, δια του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ίνα το αυτό λέγητε πάντες, και μη η εν υμίν σχίσματα, ήτε δε κατηρτισμένοι εν τω αυτώ νοϊ και εν τη αυτή γνώμη» (Α΄ Κορ. 1,10)

Αγαπητοί αδελφοί και αγαπητές αδελφές εν Χριστώ,

Ο Παύλος ήταν αγανακτισμένος με τις εσωτερικές διαμάχες και διαιρέσεις στην Εκκλησία της Κορίνθου, την οποία ο ίδιος είχε ιδρύσει μερικά χρόνια νωρίτερα. Έτσι, στην πρώτη του αυτή επιστολή, που στάλθηκε στα μέλη αυτής της νεοσύστατης κοινότητας, απηύθυνε την έκκληση που μόλις ακούσαμε. Ο Απόστολος έκανε το βήμα αυτό προς τους εθνικούς, επειδή συνειδητοποίησε ότι σε ένα περιβάλλον που υπήρξε κυριευμένο από την ειδωλολατρική κουλτούρα, -όπως η ελληνική εκείνη πόλη, όπου ήκμασαν αρκετές φιλοσοφικές σχολές- η χριστιανική Πίστη που τους αποκαλύφθηκε, θα διέτρεχε τον κίνδυνο να υποβιβαστεί θεωρούμενη ως ανθρώπινη φιλοσοφική σοφία, σε περίπτωση που το κάθε μέλος [της κοινότητας] ισχυριζόταν ότι ανήκε στον τάδε ή τάδε κύριο, και όχι στον Κύριο, Ιησού Χριστό. Τους απηύθυνε το κρίσιμο ερώτημα: «Διαιρείται ο Χριστός;» [Α΄ Κορ. 1,13] . Κάνοντας αυτό ήθελε να υπενθυμίσει στους Κορινθίους ότι η έννοια της διαίρεσης έρχεται σε αντίφαση με αυτή καθ’ εαυτήν την φύση της Εκκλησίας, υποσκελίζει την μαρτυρία της και οδηγεί την αποστολή της στον κόσμο, στην αποτυχία.

Ήταν ακριβώς αυτή η αλήθεια του Ευαγγελίου η οποία, στην αρχή του εικοστού αιώνος, ενέπνευσε την κινητοποίηση των εκκλησιών μας, οι οποίες, ούσες αντιμέτωπες με το σκάνδαλο της διαίρεσης, ασχολήθηκαν προσεκτικά με το επίμαχο ερώτημα της Χριστιανικής ενότητας, δημιουργώντας δεσμούς αδελφοσύνης μεταξύ των διηρημένων εκκλησιών και χτίζοντας γέφυρες προκειμένου να ξεπεραστούν οι διαιρέσεις.
Μία από εκείνες τις γέφυρες ήταν, χωρίς αμφιβολία, το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, την εξηκοστή επέτειο της ιδρύσεώς του οποίου, εορτάζουμε σήμερα με την πρέπουσα επισημότητα.


Είναι σαφές, αγαπητές αδελφές και αγαπητοί αδελφοί, ότι η εκκλησία μου, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και εγώ προσωπικά, συμμετέχουμε στον εορτασμό της επετείου αυτής, με μεγάλη χαρά και βαθιά ευγνωμοσύνη στον Τριαδικό μας Θεό. Είναι μια επέτειος η οποία δίνει στο Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών, στις εκκλησίες/μέλη που το απαρτίζουν και στις διοικητικές επιτροπές, την ευκαιρία να κάνουν ανασκόπηση του έργου που έχει γίνει μέχρι τώρα, αλλά όχι μόνον αυτού. Πάνω απ’ όλα, μας δίνει επίσης την μοναδική ευκαιρία να στραφούμε μαζί στο μέλλον και να δώσουμε μια νέα ώθηση, μια νέα προοπτική και μια ανανεωμένη εντολή σε αυτή την κοινωνία [των εκκλησιών] η οποία δεν είναι παρά το εξηντάχρονο Συμβούλιό μας. Ποιος θα φανταζόταν τότε, ότι μια μέρα η έκκληση αυτή που απηύθυνε το 1920 η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως «Προς τις Απανταχού του Χριστού Εκκλησίες», καλώντας τες μετά τον αδελφοκτόνο Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, να απαρτίσουν μια «Κοινωνία των Εκκλησιών», θα έπαιρνε σάρκα και οστά; Θα εξελισσόταν σε «Κοινωνία των εκκλησιών», σύμφωνα με το πρότυπο της Κοινωνίας των Εθνών (η οποία ιδρύθηκε το ίδιο έτος στην ίδια φιλόξενη πόλη της Γενεύης), στοχεύοντας στην υπερνίκηση της δυσπιστίας και της πικρίας, στην προσέγγιση των εκκλησιών, στην δημιουργία δεσμών φιλίας μεταξύ τους, ευνοώντας έτσι την συνεργασία τους. Όπως η εγκύκλιος εκείνη ανέφερε: «Η αγάπη μεταξύ των εκκλησιών πρέπει να αναθερμαίνεται και να ενδυναμώνεται, έτσι ώστε να μην θεωρούνται πλέον μεταξύ τους ξένες και παρεπίδημοι αλλά συγγενείς και μέλη της οικογένειας του Θεού και “συγκληρονόμοι”, μέλη του ιδίου σώματος και συμμέτοχοι της υπόσχεσης του Θεού εν Χριστώ».

Πριν σαράντα ένα χρόνια, ο προκάτοχός μου Πατριάρχης Αθηναγόρας, επισκέφτηκε επίσημα το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών και την Προτεσταντική Εκκλησία της Γενεύης. Με την ευκαιρία εκείνη, ο Δρ W.A.Visser’t Hooft απηύθυνε πειστικό λόγο από τον άμβωνα αυτού του ιστορικού καθεδρικού ναού της Μεταρρύθμισης και είπε: «η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης ήταν μία από τις πρώτες [εκκλησίες] στην σύγχρονη ιστορία, που υπενθύμισε στον Χριστιανικό κόσμο ότι θα αποτελούσε ανυπακοή προς την βούληση του ίδιου του Κυρίου και Σωτήρα της, αν δεν επεδίωκε να καταστήσει σαφή στον κόσμο, την ενότητα των ανθρώπων του Θεού και [την ενότητα] του Σώματος του Χριστού». Πρόσθεσε ότι με την Εγκύκλιο εκείνη του Πατριαρχείου, «η Κωνσταντινούπολη απηύθυνε με στεντόρεια φωνή κάλεσμα για την προσέγγισή μας».

Προφανώς, παραθέτοντας τον παραπάνω λόγο του Visser Hooft, της μεγάλης αυτής προσωπικότητας της οικουμενικής κίνησης, κατ’ ουδένα τρόπο ισχυρίζομαι ότι μόνον η δική μου εκκλησία διεκδικεί την πατρότητα του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών! Αποτελεί όμως ένα ιστορικό γεγονός ότι εκείνη η ενέργεια καθοριστικής σημασίας εκ μέρους της Κωνσταντινουπόλεως, συνέπεσε με παρόμοιες πρωτοβουλίες εκ μέρους προσωπικοτήτων από τον χώρο της Αγγλικανικής και Λουθηρανικής εκκλησίας στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Βόρεια Ευρώπη και πιο συγκεκριμένα [με τις πρωτοβουλίες] του Επισκόπου Charles Brent και του Επισκόπου Nathan Söderblom, οι οποίοι από την μεριά τους έθεσαν σε κίνηση, σχεδόν την ίδια χρονική περίοδο, μια διαδικασία ώστε να φέρουν τους Χριστιανούς πιο κοντά με σκοπό να συμμετάσχουν σε έναν από κοινού διάλογο: Ο Επίσκοπος Brent με σκοπό να δώσει το έναυσμα για θεολογικό στοχασμό στα πλαίσια των εργασιών [των επιτροπών] Πίστεως και Τάξεως, και ο Επίσκοπος Söderblom [με σκοπό] να προωθήσει την κοινωνική δράση εκ μέρους των εκκλησιών, στα πλαίσια των εργασιών [των επιτροπών] Ζωής και Εργασίας. Έτσι, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η συντονισμένη αυτή προσπάθεια εκ μέρους των Ορθοδόξων, Αγγλικανικών και Μεταρρυθμιστικών εκκλησιών το 1920, έθεσε τα θεμέλια για την σύγχρονη οικουμενική κίνηση και ανήκαν μεταξύ εκείνων που εισηγήθηκαν την δημιουργία του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών τριάντα χρόνια αργότερα. Η κοινωνία [των εκκλησιών] αυτή παραμένει αναμφίβολα μέχρι σήμερα η πιο αντιπροσωπευτική, θεσμική έκφραση της οικουμενικής κίνησης, τώρα καθώς βαδίζει προς την συμπλήρωση των εκατό ετών ύπαρξής της.

Εξήντα χρόνια (σε μερικούς μήνες) έχουν περάσει από την Δευτέρα, 23η Αυγούστου του 1948, όταν ο Αρχιεπίσκοπος του Canterbury, Geoffrey Fisher, σε μια συνεδρίαση της Πρώτης Συνέλευσης στο Άμστερνταμ, απευθυνόμενος στην ολομέλεια, ανακήρυξε επισήμως την ίδρυση του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών. Αυτή η δι-εκκλησιαστική πλατφόρμα έχει τεθεί στην υπηρεσία της κάθε εκκλησίας/μέλους και είναι αφοσιωμένη στην διάδοση του πνεύματος του Ευαγγελίου, αναζητώντας την Χριστιανική ενότητα και ενθαρρύνοντας την συνεργασία των εκκλησιών στην κοινωνική και διακονική εργασία, καθώς αντιμετωπίζουν τα οξεία, κρίσιμα προβλήματα της ανθρωπότητας.
Εκείνοι οι οποίοι είναι εξοικειωμένοι με την ιστορία και την εξέλιξη του Συμβουλίου θα αναγνωρίσουν ότι τα πρώτα δύο χρόνια μετά την εναρκτήρια εκείνη Συνέλευση, ήταν μια περίοδος ανίχνευσης του ακριβούς χαρακτήρα τον οποίο θα έπρεπε να προσλάβει το δι-εκκλησιαστικό εκείνο φόρουμ. Ενώ οι στόχοι του Συμβουλίου ήταν σαφείς στα μάτια των ιδρυτικών μελών του, η φύση και ο ρόλος του στην κοινότητα των εκκλησιών έμελλε να προσδιοριστεί μελλοντικά. Η περίφημη Έκθεση του Τορόντο το 1950 ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ότι δεν αποτελούσε σκοπό του Συμβουλίου να υποκαταστήσει τις εκκλησίες, ούτε να τους επιβάλλει την υιοθέτηση θέσεων που έρχονταν σε αντιπαράθεση με τις εκκλησιολογικές τους πεποιθήσεις. Πρέπει να τονιστεί ότι, μόνον αφού τους δόθηκε η διαβεβαίωση αυτή, ήταν οι εκκλησίες/μέλη σε θέση να προσδιορίσουν ένα πλαίσιο εργασίας για να εργαστούν στο μέλλον, ώστε να εκπληρώσουν την αποστολή την οποία ανέλαβαν πριν δύο χρόνια.

Μιάς και το εύλογο ερώτημα περί της φύσεώς του λύθηκε, το Συμβούλιο, ειδικά μετά την συγχώνευσή του με το Διεθνές Ιεραποστολικό Συμβούλιο και το Παγκόσμιο Συμβούλιο Χριστιανικής Εκπαίδευσης το 1960, εισήλθε σε μια ακμάζουσα και παραγωγική περίοδο για 30 χρόνια. Κατά την διάρκεια της περιόδου εκείνης, προσέφερε πολύτιμη εργασία σε πολλούς τομείς- [εργασία] η οποία προκάλεσε τον θαυμασμό και τον έπαινο από κάποιους, αλλά αμφισβητήθηκε και έγινε αντικείμενο κριτικής από κάποιους άλλους-όσον αφορά στην θεολογική έρευνα, στην ιεραποστολή και στον ευαγγελισμό, στην Χριστιανική εκπαίδευση, στην διακονική υπηρεσία, στην επιτρεπόμενη ανάπτυξη, στην κοινωνική δικαιοσύνη, στην προστασία του περιβάλλοντος, στην υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στην εξάλειψη της φτώχειας και στην απαλοιφή φυλετικών διακρίσεων.

Κατά την διάρκεια των ετών εκείνων, μιας περιόδου εντατικής εργασίας και πλούσιας σοδειάς, δύο πολύ διακριτές τάσεις έγιναν φανερές στην ζωή του Συμβουλίου. Η μία, την οποία θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει «εκκλησιαστική», θεώρησε ότι η οικουμενική αποστολή ήταν να επικεντρωθούν οι προσπάθειες στην επίτευξη δογματικής και οργανωτικής ενότητας μεταξύ των διαφορετικών εκκλησιών που υπάρχουν, το συντομότερο δυνατό. [Η τάση αυτή] έδινε έμφαση στο περιεχόμενο της Πίστης, στην τάξη και τις δομές της εκκλησίας. Η άλλη [τάση] συνειδητοποίησε την πραγματική δυσκολία της επίτευξης δογματικής ενότητας και ήταν περισσότερο ρεαλιστική.

Θεώρησε ότι το ουσιαστικό στοιχείο στον οικουμενισμό ήταν η δραστηριοποίηση των εκκλησιών μέσα στον κόσμο και για τον κόσμο και η κινητοποίησή τους ώστε να γνωστοποιήσουν στους πιστούς την παρουσία του Χριστού σε κάθε κοινωνική, επιστημονική και πολιτική δραστηριότητα.
Ωστόσο, κατά την διάρκεια αυτών των ατελείωτων ζωντανών συνομιλιών μεταξύ των υποστηρικτών αυτών των δύο ιδεολογικών τάσεων, πάνω σε θέματα που αφορούν στην φύση και αποστολή του Συμβουλίου, άλλες φωνές υψώθηκαν ειδικά από την Ορθόδοξη Ανατολή. Οι φωνές αυτές τόνισαν ότι ένας οικουμενισμός, που επιλέγει μια από τις δύο αυτές τάσεις απορρίπτοντας την άλλη, θα πρόδιδε τις θεμελιώδεις αρχές του οικουμενικού έργου και δεν θα προσέφερε τίποτε ουσιαστικό στην πορεία των εκκλησιών προς την επίτευξη της ενότητας. Η ενότητα εκείνη δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά προοριζόταν να υπηρετήσει και τα δύο, τις εκκλησίες και τον κόσμο, χωρίς να κάνει καμιά διάκριση μεταξύ του ιερού και ανίερου, του αιώνιου και του εφήμερου. Ο αληθινός οικουμενισμός, διακήρυξαν, θα πρέπει να αγωνίζεται για την Χριστιανική ενότητα και συγχρόνως να συνεχίζει να αγωνιά για τα κακά που τραυματίζουν τον σημερινό κόσμο. Όπως τόνισε η δική μου Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως 35 χρόνια πριν, με την ευκαιρία της 25ης επετείου του Συμβουλίου:
«Το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών, ένα όργανο που δεν ασχολείται μόνον με τον θεολογικό διάλογο αλλά και με την αλληλεγγύη και την αμοιβαία αγάπη…πρέπει να επιμείνει στις προσπάθειές του να εισέλθει σε μια πιο ανοιχτή και αληθινή συνάντηση με την ανθρωπότητα, η οποία σήμερα υποφέρει ποικιλοτρόπως. Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο, με ορατά και αόρατα μέσα, με λόγο και πράξη, με τις αποφάσεις και δράσεις του, είναι σε θέση να διακηρύσσει τον Χριστό και μόνον τον Χριστό».

Πράγματι, στο πέρασμα των εξήντα χρόνων της ζωής του, το Συμβούλιο έχει προσφέρει μια ιδανική πλατφόρμα όπου εκκλησίες με διαφορετικές απόψεις, που ανήκουν σε μια μεγάλη ποικιλία θεολογικών και εκκλησιολογικών παραδόσεων, είναι σε θέση να έλθουν σε διάλογο και να προωθήσουν την Χριστιανική ενότητα, ενώ ανά πάσα στιγμή είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις πολλαπλές ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας.

Ωστόσο, θα πρέπει να γίνει παραδεκτό ότι κατά στην διάρκεια αυτών των 60 ετών, και ειδικά κατά τα 20 τελευταία χρόνια, η ζωή του Συμβουλίου έχει συχνά υπάρξει ταραχώδης, εξαιτίας του σημαντικού αριθμού διαφορών -θεολογικών, εκκλησιολογικών, πολιτιστικών και ηθικών- οι οποίες είχαν δηλητηριάσει τις φιλικές σχέσεις μεταξύ των μελών του. Το γεγονός αυτό ήρθε σταδιακά στην επιφάνεια με την μορφή μιας επώδυνης κρίσης πριν δέκα χρόνια, ακριβώς στην αυγή μιας πεντηκονταετηρίδας από την ίδρυση του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών και μερικούς μήνες πριν την Όγδοη Συνέλευση στο Harare της Ζιμπάμπουε. Η κρίση εκείνη αρχικά αποδόθηκε στις διαφορές Ορθοδόξων και Προτεσταντών μελών του Συμβουλίου, αλλά στην πραγματικότητα ήταν μια κρίση μεταξύ εκείνων [των εκκλησιών] που αντιπροσώπευαν διαφορετικές θεολογικές και εκκλησιολογικές παραδόσεις και μεταξύ εκκλησιών, κάθε μία από τις οποίες είχε την δική της διακριτή ερμηνεία της Αγίας Γραφής και μια διαφορετική αντίληψη επί ηθικών, κοινωνικών και πολιτικών ζητημάτων.

Παρόλα αυτά, ήταν μια υγιής κρίση που μας έδωσε την δυνατότητα να συμμετάσχουμε σε έναν ειλικρινή, χαμηλών τόνων διάλογο, χωρίς υστερόβουλα κίνητρα, και η οποία [κρίση] μας βοήθησε να υπερνικήσουμε χρόνιες δυσκολίες, οι οποίες έχουν δηλητηριάσει τις φιλικές μας σχέσεις. Συγχρόνως, μας ώθησε εκ νέου στο να συνεχίσουμε το κοινό μας ταξίδι στο μονοπάτι προς την επίτευξη της ενότητας. Έτσι συστάθηκε η Ειδική Επιτροπή, και γνωρίζουμε όλοι τα επιτεύγματά της μετά από τόσα πολλά χρόνια έντονου διαλόγου και αποδοτικής εργασίας με πνεύμα αδελφοσύνης και αμοιβαίου σεβασμού.

Και έτσι, απελευθερωμένοι από τις εντάσεις του παρελθόντος και αποφασισμένοι να μείνουμε ενωμένοι και να δράσουμε από κοινού, στην Ένατη Συνέλευση στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας, πριν δύο χρόνια, χαράξαμε τις κατευθυντήριες γραμμές οριοθετώντας μία νέα φάση της ζωής του Συμβουλίου, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την παρούσα κατάσταση των δι-εκκλησιαστικών σχέσεων και τις αλλαγές οι οποίες σταδιακά λαμβάνουν χώρα στην οικουμενική ζωή.

Χαίρομαι για το γεγονός ότι το Συμβούλιο επικεντρώνει ακόμη τις προσπάθειές του στο όραμα προς επίτευξη των εκκλησιών/μελών του, δια της χάριτος του Θεού, δηλαδή στην ενότητά τους σε μία Πίστη και γύρω από το ίδιο ευχαριστιακό τραπέζι. Έτσι, η υπέρτατη σημασία και ο ανώτατος ρόλος του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών, και [των επιτροπών] Πίστεως και Τάξεως ειδικότερα, είναι επακριβώς, η λεπτομερής μελέτη των εκκλησιολογικών ζητημάτων, τα οποία επηρεάζουν αυτή καθ’ αυτή την ύπαρξη του Συμβουλίου και την αναζήτηση της Χριστιανικής ενότητας. Είναι ένα έργο το οποίο είναι ακόμη δύσκολο να εκπληρωθεί και ένας δρόμος ο οποίος πρέπει να διανυθεί με αγάπη, υπευθυνότητα και αμοιβαίο σεβασμό, για την Παράδοση και το δόγμα της Εκκλησίας του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού.

Είμαι επίσης χαρούμενος διότι η Ένατη Συνέλευση έχει επικυρώσει το κάλεσμα του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών, όσον αφορά στην παρουσία της Εκκλησίας στην κοινωνία, αναγνωρίζοντας τον καταλυτικό της ρόλο της στην επίτευξη της ειρήνης στον κόσμο, προωθώντας τον διάλογο μεταξύ αυτών που έχουν την ίδια Πίστη, υπερασπίζοντας την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, μαχόμενη την βία, προστατεύοντας το περιβάλλον και δείχνοντας αλληλεγγύη σε όλους εκείνους που βρίσκονται σε ανάγκη. Και ευλογώ, με όλη μου την καρδιά, τις ποικίλες εκείνες ενέργειες του Συμβουλίου μας, και, ακόμη περισσότερο, επειδή η αποστολή των Χριστιανών στον κόσμο είναι ακριβώς η ενσάρκωση της αλήθειας του Θεού και της αγάπης [Του], με τον πληρέστερο τρόπο, γιατί, στα έσχατα, θα κριθούμε με κριτήριο το κατά πόσον έχουμε ή όχι, ζήσει μέσα στο Πνεύμα του Χριστού.

Σε σχέση με την οδηγία που δόθηκε από την Ένατη Συνέλευση για τα ερχόμενα χρόνια, δεν μπορώ να μην αναφέρω την απόφασή της -που είναι τόσο σωστή και εμφανής- να δώσει την δυνατότητα σε νεαρούς ενήλικες να συμμετάσχουν ενεργά στην ζωή του Συμβουλίου. Πιστεύω ακράδαντα ότι αυτή η πρωτοβουλία της ενεργού συμμετοχής νεαρών ανθρώπων, δεν μπορεί παρά να είναι ωφέλιμη και πολλά υποσχόμενη για το Συμβούλιο. Θα καταστήσει ικανή μια νέα γενιά εργατών να ευδοκιμήσει στον οικουμενικό αμπελώνα, πράγμα το οποίο καθίσταται όλο και περισσότερο αναγκαίο, επειδή εμείς της παλαιότερης γενιάς, δεν έχουμε φροντίσει ή δεν έχουμε επιθυμήσει να εκπαιδεύσουμε διαδόχους ώστε να παραλάβουν την δάδα από τα δικά μας χέρια. Η παρουσία τους, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, θα φέρει μια νέα πνοή και ανανεωμένο δυναμισμό στο Συμβούλιό μας. Ως Συμβούλιο διερευνούμε ποιος είναι ο ρόλος μας σήμερα και προσπαθούμε να διακρίνουμε ποιος είναι ο κατάλληλος τόπος για μας στον νέο οικουμενικό αστερισμό ο οποίος διαμορφώνεται σταδιακά στις δια-εκκλησιαστικές σχέσεις.

Το Ένατο Συμβούλιο αρμοδίως συνειδητοποίησε ότι οι μεγαλεπήβολες ταχείες αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στην ζωή των εκκλησιών μας, αναγκάζουν το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών να επανεξετάσει τις οικουμενικές σχέσεις και να θέσει σε κίνηση μια διαδικασία επαναπροσδιορισμού της οικουμενικής κίνησης. Η πράξη αυτή θα προσέδιδε μια δομή στις πολύπλοκες σχέσεις μεταξύ του Συμβουλίου και των πολυάριθμων συνεργατών του, διασφαλίζοντας έτσι την συνοχή, την σαφήνεια και την διαφάνεια των εργασιών μας.

Είναι γεγονός αναντίρρητο ότι χρειαζόμαστε, περισσότερο παρά ποτέ, να διασαφηνίσουμε την αποστολή μας και τον ιδιαίτερο ρόλο του κάθε μέλους στο εκκλησιαστικό πεδίο. Θα ήθελα να πω, ωστόσο, ότι ο καταμερισμός των ευθυνών δεν θα πρέπει να γίνει εις βάρος του Συμβουλίου. Διότι θα το απογυμνώναμε από τον ουσιαστικό του ρόλο, σε περίπτωση που σταδιακά το υποβιβάζαμε (όπως υπάρχει αυτή η τάση σήμερα) στον μοναδικό ρόλο της «ψυχής» στην διαδικασία του επαναπροσδιορισμού της οικουμενικής κίνησης, συγκροτώντας νέες δια-εκκλησιαστικές συμμαχίες, ή, πάλι, συγκροτώντας παράλληλα άλλα «οικουμενικά» όργανα, για να πραγματοποιηθούν εργασίες οι οποίες κανονικά ανήκουν σε αυτό καθ’ αυτό τον λόγο ύπαρξης του Συμβουλίου. Για το λόγο αυτό πιστεύω ακλόνητα ότι οι τρεις θεμέλιοι λίθοι -ενότητα, μαρτυρία και διακονία- επί των οποίων πριν από 60 χρόνια χτίσαμε το οικοδόμημα του Συμβουλίου, πρέπει να διατηρηθούν και ακόμη να ενδυναμωθούν, ώστε το Συμβούλιο να ανταποκρίνεται στον λόγο θεσμοθέτησής του και να είναι πιστό στην αποστολή του.

Συμπερασματικά, παραφράζοντας μια δημοφιλή έκφραση, «Η εκκλησία πρέπει να βρίσκεται στο κέντρο της ζωής του χωριού», θα ήθελα να δηλώσω την σθεναρή μου πεποίθηση ότι η διαδικασία επαναπροσδιορισμού της οικουμενικής κίνησης, μας δίνει μια ευκαιρία να τοποθετήσουμε το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών στο κέντρο της ζωής του παγκόσμιου οικουμενικού χωριού. Η Δέκατη Συνέλευση του Συμβουλίου, θα μας δώσει μια μεγάλη ευκαιρία να το κάνουμε αυτό, και ο χαρακτήρας και το περιεχόμενό της, έχουν ήδη συζητηθεί στην παρούσα συνάντηση της κεντρικής επιτροπής.

Αγαπητοί αδελφοί και αγαπητές αδελφές εν Χριστώ,

Σήμερα, μια ανησυχία που εμείς αλλά και όλες οι εκκλησίες μας έχουμε, είναι το όραμα για το μέλλον του Συμβουλίου. Και υποβάλλουμε στους εαυτούς μας αρκετά ερωτήματα, με σοβαρότητα, σεβασμό και υπευθυνότητα: Θέλουν ακόμη οι εκκλησίες μας, μετά από 60 χρόνια, το Συμβούλιο να είναι παρόν στην ζωή τους; Αν ναι, ποιες είναι οι προσδοκίες τους από το Συμβούλιο; Πώς βλέπουν το μέλλον του; Οραματιζόμαστε ένα διαφορετικό Συμβούλιο; Ένα διαφορετικό, πολυδιάστατο, νέο, ανανεωμένο Συμβούλιο; Ένα περισσότερο ρεαλιστικό και αποτελεσματικό Συμβούλιο; Τι είδους Συμβούλιο χρειάζονται οι εκκλησίες μας;

Είμαστε προετοιμασμένοι ως εκκλησίες/μέλη να συμφωνήσουμε με τα συμπεράσματα της Ειδικής Επιτροπής, η οποία πρότεινε ότι έχει έρθει η ώρα και ο κατάλληλος καιρός, για το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών, να φέρει τις εκκλησίες/μέλη του πιο κοντά μέσα σε έναν «οικουμενικό χώρο», όπου μπορεί να καλλιεργηθεί και να αναπτυχθεί η εμπιστοσύνη; Θα είναι ένας χώρος όπου οι εκκλησίες θα έχουν την δυνατότητα να αναπτύξουν και να δοκιμάσουν στην πράξη, τις αντιλήψεις τους για τον κόσμο, την δική τους κοινωνική εργασία, και τις δικές τους λειτουργικές και δογματικές παραδόσεις, ενώ [θα έχουν την δυνατότητα] να διατηρούν τα ιδιαίτερα διακριτά χαρακτηριστικά τους που τις ξεχωρίζουν μεταξύ τους και να συναντώνται από κοινού σε ένα βαθύτερο επίπεδο;

Είμαστε σήμερα προετοιμασμένοι, ως εκκλησίες/μέλη, να επαναβεβαιώσουμε τον ρόλο του Συμβουλίου ως ενός προνομιούχου οικουμενικού χώρου, όπου οι εκκλησίες θα δημιουργήσουν με πνεύμα ελευθερίας δίκτυα για διακονία και για την υπεράσπιση και προώθηση συγκεκριμένων αξιών, διαθέτοντας η μία [εκκλησία] στην άλλη τον υλικό της πλούτο; Και, [ως χώρου] όπου, με τον διάλογο, οι εκκλησίες θα εξακολουθήσουν να καταρρίπτουν τα εμπόδια που τις αποτρέπουν από το να αναγνωρίσουν η μία την άλλη ως εκκλησίες που ομολογούν μια κοινή Πίστη, τελούν το ίδιο βάπτισμα, και επιτελούν μαζί την ευχαριστία, ώστε, η κοινότητα, την οποία τώρα απαρτίζουν, να μπορεί να εξελιχθεί σε μια κοινωνία μέσα στην Πίστη, στην μυστηριακή ζωή και στην μαρτυρία;

Είμαστε έτοιμοι να ανανεώσουμε την εμπιστοσύνη μας σε αυτό το Συμβούλιό μας, [αναγνωρίζοντάς το] ως ένα χρήσιμο και αναγκαίο όργανο στην προσπάθειά μας να ανταποκριθούμε στα κοινωνικά και ηθικά ερωτήματα, που δίνει την δυνατότητα στις εκκλησίες, παρά την εκκλησιολογική τους ποικιλία, να επιβεβαιώσουν ότι ανήκουν σε μια κοινωνία επειδή ομολογούν από κοινού τον Κύριο Ιησού Χριστό ως Θεό και Σωτήρα, προς δόξαν του ενός Θεού, του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και να ανανεώσουν την αποφασιστικότητά τους να μείνουν ενωμένες με σκοπό να επιτρέψουν την αύξηση της αγάπης που τρέφουν η μία για την άλλη;

Αγαπητές αδελφές και αγαπητοί αδελφοί,

Τελειώνω, γυρίζοντας εκεί απ’ όπου ξεκίνησα. Οι δεσμοί φιλίας μεταξύ των διηρημένων εκκλησιών και οι γέφυρες για την υπερνίκηση των διαιρέσεων [που υπάρχουν μεταξύ μας] είναι απαραίτητες, περισσότερο από ποτέ. Η αγάπη αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο ώστε ο διάλογος μεταξύ των εκκλησιών μας, να μπορεί να διεξαχθεί εν πάση ελευθερία και εμπιστοσύνη. Τότε θα αναγνωρίσουμε ότι οι διαφορές, οι οποίες οφείλονται στους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους οι εκκλησίες ανταποκρίνονται στα ηθικά προβλήματα, δεν είναι απαραιτήτως αξεπέραστες, διότι οι εκκλησίες δίδουν την μαρτυρία τους για το Ευαγγέλιο κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Θα αναγνωρίσουμε επίσης ότι ο διάλογος πάνω σε ηθικά ερωτήματα εξελίσσεται, με την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι εκκλησίες δεν ικανοποιούνται με το «να συμφωνήσουν ότι διαφωνούν» πάνω στην ιδιαίτερη ηθική τους διδασκαλία, αλλά ότι είναι προετοιμασμένες να αντιμετωπίσουν τις διαφωνίες τους με ειλικρίνεια και να τις εξετάσουν υπό το φως του δόγματος, της λατρευτικής ζωής και της Αγίας Γραφής.
Η Εκκλησία του Χριστού καλείται να ζήσει και να δώσει την μαρτυρία της στον σημερινό κόσμο, θεμελιωμένη πάνω στο μυστήριο της ζωής, έχοντας υπάρξει αντικείμενο αναμονής, προσφοράς και αποδοχής.

Ας προχωρήσουμε τότε μπροστά στο μονοπάτι που έχουμε χαράξει τα τελευταία 60 χρόνια, με ελπίδα.
Δεν πρέπει να αποθαρρυνόμαστε όταν προβάλλουν εμπόδια στο δρόμο μας. Η κλήση μας ως άνθρωποι και ως εικόνες του Τριαδικού Θεού δεν είναι τίποτε λιγότερο από το να αναπαριστούμε εδώ στην γη την ενέργεια της επιμερισμένης αγάπης η οποία υπάρχει αιωνίως στην κοινωνία της Θείας Τριάδος. Επομένως, ας προσευχηθούμε ώστε ο Θεός Πατήρ να μας δωρίσει πλούσια την δύναμη του Αγίου Πνεύματος, ώστε να είμαστε σε θέση να μπορούμε “να γνωρίσουμε την αγάπη του Χριστού που υπερνικά την γνώση” και έτσι “να είμαστε πεπληρωμένοι με όλη την πληρότητα του Θεού” (Εφ. 3, 19). Αμήν.



Δευτέρα, Ιανουαρίου 28, 2008

Ολόκληρο το κείμενο του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (ΠΣΕ) στο Porto Alegre, το 2006


Ένατη Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (ΠΣΕ)

Porto Alegre Βραζιλίας, 14-23 Φεβρουαρίου του 2006

METAΦΡΑΣΗ : Δέσποινα Μ. Καλογεράκη, Δρ Θεολογίας http://users.kef.sch.gr/deka7

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΚΕΙΜΕΝΟ (ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ) :
www.wcc-assembly.info/en/theme-issues/assembly-documents/1-statements-documents-adopted/christian-unity-and-message-to-the-churches/called-to-be-the-one-church-as-adopted.html

ΥΠ’ ΟΨΙΝ ΟΤΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΕ ΑΓΚΥΛΕΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑΣ


Κείμενο επί εκκλησιολογίας:

Κληθείσες να είναι η Μία Εκκλησία
(Called to be the One Church)

Ένα κάλεσμα προς όλες τις εκκλησίες για να ανανεώσουν την δέσμευση τους προς την επίτευξη της ενότητας και να εμβαθύνουν τον μεταξύ τους διάλογο.

Οι συνελεύσεις του ΠΣΕ έχουν υιοθετήσει κείμενα τα οποία προβάλλουν μια προοπτική, ή και προσδιορίζουν το ποιόν της «επιδιωκόμενης ενότητας».(1) Η Ένατη Συνέλευση, που συνήλθε στο Πόρτο Αλέγκρε, διαπνεόμενη από τις αρχές των εν λόγω κειμένων, αποδέχτηκε το παρόν κείμενο ενθαρρύνοντας τις εκκλησίες να συνεχίσουν την συμπόρευσή τους προς την επίτευξη της πλήρους ορατής ενότητας.

Ο σκοπός της παρότρυνσης αυτής προς τις Εκκλησίες είναι διττός: α) Να αντικατοπτρίσει τι πιθανόν θα μπορούσαν οι εκκλησίες να επισημάνουν από κοινού πάνω σε διάφορα σοβαρά θέματα που αφορούν στην Εκκλησία, στο σημείο αυτό του ταξιδιού του οικουμενικού διαλόγου και β) να προσκαλέσει τις εκκλησίες σε έναν διάλογο επί νέοις όροις, - [έναν διάλογο] αμοιβαίως υποστηρικτικό αλλά και συγχρόνως ανοικτό και διερευνητικό - σχετικά με την ποιότητα και τον βαθμό της αδελφοσύνης και (επι)κοινωνίας τους, και σχετικά με τα θέματα που ακόμη διχάζουν τις εκκλησίες.(2)

Ι.

1. Εμείς, οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι της Ένατης Συνέλευσης του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών, ευχαριστούμε τον εν Τριάδι Θεό, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, που έφερε τις εκκλησίες μας σε ζωντανή επαφή και διάλογο. Χάριτι Θεού είμαστε ακόμη σε θέση να παραμένουμε ενωμένοι, ακόμη και όταν αυτό είναι δύσκολο. Έχουν γίνει πολλές σημαντικές προσπάθειες να ξεπεραστούν οι διαφορές μας. Είμαστε «μια αδελφότητα εκκλησιών που ομολογούν τον Κύριο Ιησού Χριστό, ως Θεό και Σωτήρα σύμφωνα με τις γραφές, και για τον λόγο αυτό, επιζητούμε να εκπληρώσουμε την κοινή μας κλήση [να συμμετέχουμε] στην δόξα του ενός Θεού, του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».(3) [Σας] Επαναβεβαιώνουμε ότι «ο πρωταρχικός στόχος της κοινωνίας των εκκλησιών στο Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών, είναι να προσκαλέσουμε ο ένας τον άλλο σε μια ορατή ενότητα εν μια Πίστει και σε μια ευχαριστιακή κοινωνία εκφραζομένη, μέσα από τη λατρεία και την κοινή ζωή εν Χριστώ, μέσα από τη μαρτυρία και διακονία στον κόσμο, και ασφαλώς, [πρωταρχικός μας στόχος είναι] να προχωρήσουμε σε αυτή την ενότητα ώστε να προσελκύσουμε τον κόσμο στην Πίστη.(4) Οι συνεχείς διαιρέσεις [μεταξύ των εκκλησιών] είναι πραγματικά τραύματα στο σώμα του Χριστού, με αποτέλεσμα το έργο του Θεού στον κόσμο να πάσχει.

2. Οι Εκκλησίες που είναι μέλη του ΠΣΕ, παραμένουν αφοσιωμένες η μία στην άλλη στον δρόμο προς την επίτευξη πλήρους ορατής ενότητας. Αυτή η αφοσίωση είναι ένα δώρο του ελεήμονος Κυρίου μας. Η Ενότητα είναι ταυτόχρονα και ένα θείο δώρο και θεϊκή κλήση. Οι εκκλησίες μας έχουν διαβεβαιώσει ότι η ενότητα για την οποία προσευχόμαστε, ελπίζουμε και εργαζόμαστε δεν είναι παρά [α] «μια κοινωνία δεδομένη και εκπεφρασμένη δια της κοινής ομολογίας της Αποστολικής Πίστεως, [β] μια κοινή μυστηριακή ζωή στην οποία εισερχόμαστε δια του ενός βαπτίσματος, και στην οποία μετέχουμε μέσα στις ευχαριστιακές μας συνάξεις, [γ] μια κοινή ζωή στην οποία τα [απλά] μέλη και οι ιερωμένοι χαίρουν αμοιβαίας αναγνώρισης και συμφιλίωσης και [δ] μια κοινή αποστολή η οποία δίδει μαρτυρία για το ευαγγέλιο της χάριτος του Θεού, σε όλους τους ανθρώπους και υπηρετεί συγχρόνως την δημιουργία στην ολότητά της».(5) Έτσι νοείται η κοινωνία την οποία καλούνται να βιώνουν οι κατά τόπους εκκλησίες και να είναι σε θέση να αποδέχονται ενδεχομένως η μία την συμβουλή της άλλης. Έχουμε πολύ δουλειά μπροστά μας, εφ’ όσον μαζί επιδιώκουμε να αντιληφθούμε το νόημα της ενότητας και καθολικότητας καθώς και την σημασία του βαπτίσματος.

ΙΙ.

3. Ομολογούμε Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, όπως αυτή ορίζεται από το σύμβολο Νίκαιας-Κων/πολης (381). Η μοναδικότητα της Εκκλησίας είναι μια εικόνα της ενότητας του εν Τριάδι Θεού, και της κοινωνίας των θείων Προσώπων της Τριάδος. Η Αγία γραφή περιγράφει την κοινωνία των Χριστιανών ως το σώμα του Χριστού του οποίου η ποικιλομορφία είναι απαραίτητη για την ολότητά του: «Τώρα υπάρχουν ποικιλίες χαρισμάτων, αλλά το Πνεύμα είναι το ίδιο και υπάρχουν ποικιλίες διακονιών, αλλά ο Κύριος είναι ο ίδιος. Και διάφορα είδη ενεργειών υπάρχουν, αλλά ο Θεός είναι ο ίδιος που ενεργεί όλα σε όλους. Στον καθένα δίνεται η φανέρωση του Πνεύματος για το καλό όλων» (Α’ Κορ. 12, 4-7).(6) Έτσι, όντας ο λαός του Θεού, το σώμα του Χριστού, και ο ναός του Αγίου Πνεύματος, η Εκκλησία καλείται να καταστήσει φανερή την μοναδικότητά της μέσα από την πλούσια ποικιλομορφία της.

4. Η Εκκλησία ως κοινωνία των πιστών, γεννήθηκε από τον Λόγο του Θεού, δεδομένου ότι δια της ακοής του μηνύματος του ευαγγελίου, και δια της ενεργείας του Αγίου Πνεύματός Του, γεννάται η Πίστις (Ρωμ. 10, 17). Επειδή ακριβώς τα καλά νέα που αναγγέλθηκαν για να αφυπνιστεί η Πίστη δεν είναι παρά τα καλά νέα που παραλάβαμε από τους αποστόλους, η Εκκλησία που ιδρύθηκε είναι αποστολική. Θεμελιωμένη στους αποστόλους και τους προφήτες η Εκκλησία αποτελεί το οικητήριο του Θεού, έναν ιερό ναό εντός του οποίου ζει και ενεργεί το Άγιο Πνεύμα. Δια της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος οι πιστοί αυξάνουν σε ναό άγιο εν Κυρίω (Εφ. 2, 21-22).(7)

5. Σας διαβεβαιώνουμε ότι η Πίστη της Εκκλησίας όπως αυτή εκφράστηκε από τους Αποστόλους είναι μία, όπως ακριβώς ένα είναι και το Σώμα του Χριστού. Παρά ταύτα, είναι θεμιτό η Πίστη αυτή να διατυπώνεται με διαφορετικούς τρόπους. Η ζωή της Εκκλησίας, ως μια νέα εν Χριστώ ζωή είναι μία. Εν τούτοις, εξελίσσεται μέσα από διάφορα χαρίσματα και διακονίες. Μία είναι η ελπίδα της Εκκλησίας, αλλά εκφράζεται με διαφορετικές ανθρώπινες προσδοκίες. Αναγνωρίζουμε ότι, όσον αφορά στην σχέση της Εκκλησίας με τις εκκλησίες, υπάρχουν διαφορετικές εκκλησιολογικές προσεγγίσεις και ποικιλία αντιλήψεων. Μερικές διαφορές εκφράζουν την Χάρη του Θεού και την αγαθότητά Του. Αυτές θα πρέπει να προβάλλονται εν χάριτι Θεού, δια του Αγίου Πνεύματος. Κάποιες άλλες όμως διαφορές διαιρούν την Εκκλησία. Αυτές θα πρέπει να υπερνικηθούν δια των καρπών του Πνεύματος, της πίστεως, της ελπίδος και της αγάπης, έτσι ώστε εν τέλει να μην επικρατήσουν τάσεις αποκλεισμού και διαχωρισμού. «Το σχέδιο» του Θεού, «όταν έλθει το πλήρωμα του χρόνου, είναι να ενωθούν όλα εν Αυτώ» (Εφ. 1, 10), εναρμονίζοντας έτσι όλες τις διαφορές. Ο Θεός καλεί τον λαό του εν αγάπη στην προβολή [των διαφορών που ενώνουν] και επανεκτίμηση [των διαφορών που διχάζουν], στον δρόμο προς την πληρότητα της κοινωνίας.


6. Η καθολικότητα της Εκκλησίας εκφράζει την πληρότητα, ακεραιότητα και ολότητα της ζωής της, εν Χριστώ, δια του Αγίου Πνεύματος, σε όλες τις εποχές και σε όλους τους χώρους. Αυτό το μυστήριο εκφράζεται σε κάθε κοινότητα βαπτισμένων πιστών, όπου η αποστολική Πίστη ομολογείται αλλά και βιώνεται, το ευαγγέλιο κηρύττεται, και τα μυστήρια επιτελούνται. Κάθε εκκλησία είναι η Εκκλησία καθολική και όχι απλά ένα μέρος της. Κάθε εκκλησία είναι η Εκκλησία καθολική, αλλά όχι στην ολότητά της. Κάθε εκκλησία εκπληρώνει την καθολικότητά της όταν είναι σε κοινωνία με τις άλλες εκκλησίες. Σας διαβεβαιώνουμε ότι η καθολικότητα της Εκκλησίας εκφράζεται πιο ξεκάθαρα με την κοινή συμμετοχή στην θεία κοινωνία και με την αμοιβαία αναγνώριση-αποδοχή και συμφιλίωση μεταξύ των μελών του κλήρου.

7. Η σχέση μεταξύ των εκκλησιών χαρακτηρίζεται από μια δυναμική αλληλεπίδραση. Κάθε εκκλησία καλείται να δίδει και να λαμβάνει δωρεές με πνεύμα αμοιβαίας υπευθυνότητας. Κάθε εκκλησία πρέπει να αντιλαμβάνεται όλα όσα είναι εφήμερα στην ζωή της και να έχει το θάρρος να το αναγνωρίσει στις άλλες εκκλησίες. Ακόμη και σήμερα, όταν η κοινή συμμετοχή στην ευχαριστία δεν είναι δυνατή, διηρημένες εκκλησίες εκφράζουν αμοιβαία υπευθυνότητα και επιδεικνύουν την καθολικότητα που τις διακρίνει, όταν προσεύχονται η μία για την άλλη, όταν μοιράζονται τα αγαθά, αλληλοβοηθούνται σε περιόδους δύσκολες, παίρνουν από κοινού αποφάσεις, εργάζονται για την επικράτηση της δικαιοσύνης, της συμφιλίωσης και της ειρήνης και θεωρούν η μία την άλλη υπόλογη όσον αφορά την έννοια της μαθητείας που ενέχεται στο βάπτισμα, και παρά τις όποιες διαφορές, επιμένουν στον διάλογο, αρνούμενοι το «δεν σας έχω ανάγκη» (Α’ Κορ. 12, 21). Όταν απομακρυνόμαστε ο ένας από τον άλλο, γινόμαστε φτωχότεροι.

ΙΙΙ.

8. Όλοι οι βεβαπτισμένοι εν Χριστώ, είναι ενωμένοι στο Σώμα του: «Έχουμε λοιπόν ταφεί μαζί του δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ώστε, όπως ο Χριστός αναστήθηκε εκ των νεκρών δια της δόξης του Πατρός, έτσι και εμείς μπορούμε να ζήσουμε μια νέα ζωή» (Ρωμ. 6, 4). Κατά το βάπτισμα, το Πνεύμα αγιάζει τους πιστούς με την αγιότητα του Χριστού. Το βάπτισμα ως μέσο που μας ενώνει με τον Χριστό, καλεί τις εκκλησίες να είναι ανοικτές και ειλικρινείς μεταξύ τους, ακόμη και όταν αυτό είναι δύσκολο στην εφαρμογή του: «Ομολογούντες την αλήθεια εν αγάπη, ας αυξάνουμε με κάθε τρόπο εις αυτόν που είναι η κεφαλή, δηλαδή τον Χριστό» (Εφ. 4, 15). Το βάπτισμα δίδει ως δωρεά στις εκκλησίες την ελευθερία αλλά και την ευθύνη να πορευθούν από κοινού προς το κήρυγμα του Λόγου, την ομολογία μιάς Πίστεως, την τέλεση της Ευχαριστίας, και την κοινή μετοχή στην διακονία της ιεροσύνης. Υπάρχουν μερικοί που δεν χρησιμοποιούν νερό στην ιεροτελεστία του βαπτίσματος, αλλά μετέχουν στην πνευματική εμπειρία της εν Χριστώ ζωής.(8)

9. Το ότι όλοι μας, από κοινού, ανήκουμε στον Χριστό δια του βαπτίσματος εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, δίδει την δυνατότητα στις εκκλησίες και τις καλεί να συμβαδίσουν, ακόμη και όταν διαφωνούν. Διαβεβαιώνουμε ότι υπάρχει ένα βάπτισμα, όπως ακριβώς υπάρχει ένα σώμα και ένα Πνεύμα, μία ελπίδα της κλήσεώς μας, ένας Κύριος, μία Πίστη, ένας Θεός και Πατέρας όλων μας (βλ. Εφ. 4, 4-6). Εν χάριτι Θεού, δια του βαπτίσματος καταδεικνύεται ότι ανήκουμε ο ένας στον άλλον, παρά το γεγονός ότι κάποιες εκκλησίες δεν είναι ακόμη σε θέση να αναγνωρίσουν άλλες ως Εκκλησία με την πλήρη έννοια της λέξης. Ας θυμηθούμε τα λόγια της Δήλωσης του Τορόντο, όπου οι εκκλησίες-μέλη του ΠΣΕ διαβεβαιώνουν ότι «η μετοχή στην εκκλησία του Χριστού είναι πληρέστερη από την μετοχή στο σώμα της δικής τους εκκλησίας. Επομένως, επιδιώκουν να επιτύχουν μια ζωντανή επαφή με εκείνους που βρίσκονται έξω από τα όρια της δικής τους εκκλησίας και ομολογούν τον Χριστό ως Κύριο».(9)

ΙV.

10. Η Εκκλησία, ως δημιούργημα του Λόγου και του Πνεύματος του Θεού, είναι ένα μυστήριο, σημείο, και όργανο ταγμένο για την σωτηρία του κόσμου σύμφωνα με το σχέδιο του Θεού. Η Χάρις του Θεού εκφράζεται με την νίκη του Χριστού κατά της αμαρτίας, που συνέβαλε στην θεραπεία και ολοκλήρωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Η Βασιλεία του Θεού μπορεί να γίνει αντιληπτή σε μια κοινότητα που συμφιλιώνει και συμφιλιώνεται, μια κοινότητα που καλείται να καθαγιαστεί: Μια κοινότητα που αγωνίζεται να υπερνικήσει διακρίσεις που εκφράζονται από αμαρτωλές κοινωνικές δομές, και εργάζεται για την υπερπήδηση των διαιρέσεων στην ίδια της την ζωή και για την θεραπεία και ενότητα στην ανθρώπινη κοινότητα. Η Εκκλησία συμμετέχει στην διακονία συμφιλίωσης του Χριστού, που εκένωσε εαυτόν, όταν επιτελεί την αποστολή της, επιβεβαιώνοντας και ανανεώνοντας την εικόνα του Θεού σε όλη την ανθρωπότητα, δουλεύοντας στο πλάι όλων εκείνων οι οποίοι έχασαν την ανθρώπινη αξιοπρέπειά λόγω της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής περιθωριοποιήσεώς τους.

11. Το ιεραποστολικό έργο είναι αναπόσπαστο μέρος της ζωής της εκκλησίας. Η Εκκλησία δια της αποστολής της εκφράζει την κλήση της για την διάδοση του Ευαγγελίου και την προσφορά του ζωντανού Χριστού σε όλη την δημιουργία. Οι εκκλησίες ζουν μεταξύ λαών άλλων πεποιθήσεων και ιδεολογιών. Ως το όργανο του Θεού, ο οποίος είναι κυρίαρχος σε όλη την κτίση, η Εκκλησία καλείται να έλθει σε διάλογο και συνεργασία με αυτούς, ώστε με την αποστολή της να συμβάλλει στην ωφέλεια όλων των δημιουργημάτων και στην ευημερία της γης. Όλες οι εκκλησίες καλούνται να αγωνιστούν κατά της αμαρτίας σε όλες της τις εκδηλώσεις. Της αμαρτίας που είναι μέσα τους αλλά και στο περιβάλλον τους. Καλούνται όλες οι εκκλησίες να εργαστούν με τους άλλους για να καταπολεμήσουν την αδικία, να απαλύνουν τον ανθρώπινο πόνο, να υπερνικήσουν την βία και να διασφαλίσουν την πληρότητα της ζωής όλων των ανθρώπων.

V.

12.
Καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας του, το ΠΣΕ έχει υπάρξει προνομιούχο μέσον δια του οποίου οι εκκλησίες είχαν την ευκαιρία να ακούσουν η μία για την άλλη και να συζητήσουν θέματα που αποτελούν πρόκληση για τις εκκλησίες και συνιστούν κίνδυνο για την ανθρωπότητα. Διοργανώνοντας πολυμερείς και διμερείς διαλόγους, οι εκκλησίες, στα πλαίσια της οικουμενικής κίνησης, έχουν ασχοληθεί διερευνητικά με ζητήματα που τις διχάζουν. Ακόμη και μετά από αυτές τις προσπάθειες οι εκκλησίες δεν είναι πάντα σε θέση να παραδεχτούν την αμοιβαία ευθύνη που φέρουν η μία προς την άλλη, και δεν αναγνωρίζουν πάντοτε την ανάγκη να λογοδοτήσουν η μία στην άλλη για την Πίστη τους, την ζωή τους και την μαρτυρία τους, όπως επίσης και να διασαφηνίσουν τα σημεία εκείνα που τις διχάζουν. Έχοντας υπ’ όψιν την εμπειρία της ζωής που ήδη μοιραζόμαστε και τα επιτεύγματα των πολυμερών και διμερών αυτών διαλόγων, είναι καιρός να κάνουμε μαζί σταθερά βήματα μπροστά.

13. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η Ένατη Συνέλευση προσκαλεί το ΠΣΕ να εξακολουθήσει να διευκολύνει την εις βάθος διεξαγωγή συζητήσεων μεταξύ των διαφόρων εκκλησιών. Επίσης, προσκαλούμε όλες τις εκκλησίες μας να αναλάβουν το δύσκολο έργο της ειλικρινούς αποτίμησης της σχέσεως της δικής τους Πίστης και οργανωτικής τάξεως με αυτές των άλλων εκκλησιών. Ζητούμε από κάθε εκκλησία να διευκρινίσει τα κριτήρια τα οποία μορφοποιούν και πιστοποιούν ακόμη, την σχέση της με τις άλλες εκκλησίες. Αν μιλήσουν ειλικρινά για τις ομοιότητες, διαφωνίες και διαφορές τους, όλες οι εκκλησίες θα βοηθηθούν στο έργο τους για εξασφάλιση της ειρήνης και την προώθηση της κοινής ζωής τους.

14. Με απώτερο σκοπό την επίτευξη της πλήρους ορατής ενότητας τους, οι εκκλησίες καλούνται να προσεγγίσουν θέματα που επανειλημμένως τις απασχολούν, με νέες και αποδοτικότερες μεθόδους. Μεταξύ των θεμάτων που χρήζουν συνεχούς διαλόγου από τις εκκλησίες είναι τα εξής:

α) Σε ποιο βαθμό θα μπορούσε η δική σας εκκλησία να εντοπίσει την πιστή έκφραση της αποστολικής Πίστεως στην δική της ζωή, προσευχή, και μαρτυρία καθώς και σε αυτή των άλλων εκκλησιών;

β) Σε ποιες όψεις της ζωής και της Πίστεως των άλλων εκκλησιών, εντοπίζει η δική σας εκκλησία, την αφοσίωσή τους στον Χριστό;

γ) Αναγνωρίζει η δική σας εκκλησία στην ζωή των άλλων εκκλησιών, μια κοινή πρακτική μύησης στο Χριστιανισμό, που να θεμελιώνεται στο βάπτισμα;

δ) Γιατί πιστεύει η εκκλησία σας ότι είναι απαραίτητο, ή επιτρεπτό, ή και αδύνατο να συμμετέχει στο Δείπνο του Κυρίου μαζί με τις άλλες εκκλησίες;

ε) Με ποιους τρόπους είναι η εκκλησία σας σε θέση να αναγνωρίζει τις διατεταγμένες ιερατικές διακονίες των άλλων εκκλησιών;

στ) Σε ποιο βαθμό είναι η εκκλησία σας σε θέση να συμμετάσχει στην πνευματικότητα των άλλων εκκλησιών;

ζ) Πως σκοπεύει η εκκλησία σας να συνεργαστεί με τις άλλες εκκλησίες, για την επίλυση προβλημάτων όπως κοινωνικών και πολιτικών ηγεμονιών, διώξεων, καταπίεσης, φτώχειας και βίας;


η) Σε ποιο βαθμό υπάρχουν κοινά σημεία μεταξύ των άλλων εκκλησιών και της εκκλησίας σας όσον αφορά στην [ιερ]αποστολική αποστολή στον κόσμο;

θ) Σε ποιο βαθμό υπάρχουν κοινά σημεία μεταξύ της εκκλησίας σας και των άλλων εκκλησιών όσον αφορά στην διατύπωση της Πίστης και στην θεολογική εκπαίδευση;

ι) Πόσο πλήρης θα μπορούσε να είναι η συμπροσευχή της εκκλησίας σας με τις άλλες εκκλησίες;

Η ενασχόληση με τα ερωτήματα αυτά αποτελεί πρόκληση για τις εκκλησίες, ώστε να αποδεχθούν ότι κάποιες όψεις της ζωής τους απαιτούν ανανέωση, αλλά και να αξιοποιήσουν νέες ευκαιρίες για την εμβάθυνση των σχέσεών τους με τις εκκλησίες που ακολουθούν άλλες παραδόσεις.

VI.

15. Οι εκκλησίες μας ταξιδεύουν μαζί στον διάλογο και στην κοινή δράση, έχοντας την πεποίθηση ότι ο αναστημένος Χριστός θα συνεχίσει να αποκαλύπτεται, όπως έκανε και στην περίπτωση της κλάσης του άρτου στους Εμμαούς,
και ότι θα αποκαλύψει το βαθύτερο νόημα της αδελφοσύνης και κοινωνίας (Λουκ. 24, 13-35). Έχοντας επισημάνει την πρόοδο που επιτεύχθηκε στα πλαίσια της οικουμενικής κίνησης, παροτρύνουμε τις εκκλησίες μας να συνεχίσουν να βαδίζουν σε αυτό το δύσβατο αλλά χαροποιό μονοπάτι, έχοντας εμπιστοσύνη στον Θεό Πατέρα, τον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα, η Χάρις του οποίου μεταμορφώνει τις προσπάθειές μας αυτές προς επίτευξη της ενότητας, σε καρπούς κοινωνίας.

Ας [δώσουμε προσοχή για να] ακούσουμε τι λέει το Πνεύμα στις εκκλησίες! [Αποκ. 3,6]

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Η παρούσα Πρόσκληση προς τις Εκκλησίες εκπονήθηκε μετά από πρόταση της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΣΕ (2002), στα πλαίσια διαδικασιών που οργανώθηκαν από την επιτροπή Πίστεως και Ταξεως του Συμβουλίου. Η πρόσκληση γράφτηκε σε πρώτη φάση, στην Λευκωσία της Κύπρου το 2004. Αναθεωρήθηκε (βάσει εκτεταμένων σχολίων κυβερνητικών επιτροπών του ΠΣΕ, των επιτροπών Πίστεως και Τάξης, καθώς και της Οργανωτικής Επιτροπής και της Επιτροπής Ειδικών Υποθέσεων), σε μια δεύτερη συνάντηση στην Λευκωσία τον Μάιο του 2005. Η επιτροπή Πίστεως και Τάξεως εκ μέρους του ΠΣΕ εκφράζει τις ευχαριστίες της στην εκκλησία της Κύπρου, για την φιλοξενία των προκαταρκτικών αυτών συναντήσεων. Τα τελικά συμπεράσματα εξήχθησαν σε μια συνάντηση της επιτροπής που έλαβε χώρα στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης τον Ιούνιο του 2005.


2. Για την προώθηση αυτής της προσπάθειας, οι επιτροπές Πίστεως και Τάξεως έχουν εκπονήσει και αποστείλει στις εκκλησίες ένα καινούριο Έγγραφο Μελέτης, «Η Φύση και Αποστολή της Εκκλησίας: Ένα βήμα προς μια κοινή Δήλωση», Επιτροπή Πίστεως και Τάξεως, Έγγραφο Αρ. 198.


3. Η Βάση (Σύνταγμα, Ι).

4. Επιδιώξεις και Λειτουργίες, ΠΣΕ (Σύνταγμα, ΙΙΙ).

5. «Η Ενότητα της Εκκλησίας ως Κοινωνίας: Χάρισμα και Κλήση», Δήλωση Καμπέρας, 2.1.

6. Οι παραπομπές από την Γραφή που περιλαμβάνονται στο κείμενο είναι από την New Revised Standard Version of the Bible, © 1989, 1995.

7. Η Φύση και η Αποστολή της Εκκλησίας, 23.

8. «Η Ενότητα της Εκκλησίας ως Κοινωνία: Χάρισμα και Κλήση», Δήλωση Καμπέρας, 3.2.

9. Η Δήλωση του Τορόντο, ΙV.3.




Τετάρτη, Ιανουαρίου 09, 2008

Ανοιχτή Επιστολή Διαμαρτυρίας Λαϊκών Χριστιανών της Εκκλησίας της Ελλάδος:«“Κατάπιαν” τους αιρετικούς Αρχιερείς, “διύλισαν” τον π. Ευθύμιο Τρικαμηνά!»


«Ουαί υμίν, γραμματείς και φαρισαίοι υποκριταί,…
οι διυλίζοντες τον κώνωπα, την δε κάμηλον καταπίνοντες» (Ο Κύριος - Ματθ. 23, 23-24)

Ως γνωστόν, την επομένη του εορτασμού της (άδικης) αποτομής της τιμίας κεφαλής του Βαπτιστού Ιωάννου (29η Αυγούστου) «αποκόπηκε» και η κεφαλή ενός ιερομονάχου, του πατρός Ευθυμίου Τρικαμηνά, από το δευτεροβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο, που του επέβαλε την εσχάτη των πνευματικών ποινών: Την καθαίρεση.

Οι περισσότεροι από μας τον άνθρωπο αυτόν δεν τυχαίνει να τον γνωρίζουμε ούτε κατ’ όψιν και κατά συνέπεια δεν έχουμε κανένα προσωπικό ή ιδιοτελές συμφέρον για να τον υποστηρίξουμε.
Οι λόγοι για τους οποίους αποφασίσαμε να συνυπογράψουμε αυτό το κείμενο είναι οι εξής:

1ον: Διότι η αγωνιστικότητά του σε θέματα Πίστεως, αυτή η πνευματική του «τρέλλα», μας θυμίζει έντονα ένα μεγάλο αγωνιστή επίσκοπο, τον Αυγουστίνο Καντιώτη.

2ον: Διότι πιστεύουμε ότι η καθαίρεσή του σημαίνει μία ακόμα νίκη της παναίρεσης του Οικουμενισμού. Δόθηκε, έμμεσα, το μήνυμα, ότι όποιος τολμήσει στο εξής να υψώσει το ανάστημά του ενάντια σ’ αυτήν την δυσώδη αίρεση, που εδώ και ένα αιώνα υποσκάπτει την Ορθοδοξία κάτω από τα αδιάφορα βλέμματα των περισσότερων επισκόπων, θα έχει παρόμοια τύχη.

3ον: Διότι πιστεύουμε, επίσης, ότι αποτελεί και νίκη της δεσποτοκρατίας. Δημιουργεί ένα κλίμα εκφοβισμού στον κλήρο, που θα πρέπει να δέχεται αδιαμαρτύρητα ό,τι κάνουν ή παραλείπουν να κάνουν οι δεσποτάδες, οι οποίοι βλέπουν τα λιοντάρια του δεσποτικού θρόνου μόνο σαν διακοσμητικά στοιχεία και αρνούνται το συμβολισμό τους, που είναι η υπενθύμιση, ότι ο επίσκοπος πρέπει να είναι «βρυχώμενος λέων» απέναντι στους αιρετικούς και τους αιρετίζοντες και όχι απέναντι στους υφιστάμενούς του κληρικούς.

Αν δεν κάνουμε λάθος, απ’ αυτούς που κατά καιρούς εναντιώθηκαν στον Οικουμενισμό, ο ιερομόναχος αυτός είναι ο πρώτος κληρικός που καθαιρέθηκε. Παλαιότερα είχαμε και την περίπτωση του «αποκεφαλισμού» ενός λαϊκού. Αναφερόμαστε στην περίπτωση του θεολόγου κ. Νίκου Σωτηρόπουλου που το 1993 «αφορίστηκε» παράνομα και αντικανονικά από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, επειδή τόλμησε να ελέγξει δημόσια φρικτές βλασφημίες και αιρετικές δοξασίες του Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας κ. Στυλιανού, που εμφάνιζαν το Χριστό ως…αμαρτωλό!

Ο Παναγιώτατος συγκάλεσε τότε μια αντικανονική σύνοδο στο Φανάρι και τον «αφόρισε» χωρίς να τον καλέσει σε απολογία, χωρίς συγκεκριμένο κατηγορητήριο και χωρίς να του κοινοποιήσει τον «αφορισμό»!!!

Αυτά είναι εξωφρενικά πράγματα. Δεν έχουν γίνει πουθενά . Ακόμη και τα πλέον φασιστικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα καλούσαν σε απολογία τους αντιφρονούντες πριν τους δικάσουν και εμφάνιζαν ένα, έστω κατασκευασμένο, κατηγορητήριο.
Τουλάχιστον στην περίπτωση του π. Ευθυμίου είχαμε κλήση σε απολογία. Κάτι είναι κι αυτό!

Βέβαια οι άγιοι αρχιερείς θα μας πουν, ότι ο π. Ευθύμιος κατηγορήθηκε για κάποια συγκεκριμένα κανονικά παραπτώματα, όπως λόγου χάρη το ότι πέταξε κάποιες προκηρύξεις, έκανε κάποιες κινήσεις εναντίον του μητροπολίτη του, δεν αναγνωρίζει τους επισκόπους που σιωπούν απέναντι στα οικουμενιστικά ανοίγματα κ.α. Δεν γνωρίζουμε επακριβώς το κατηγορητήριο. Κατά συνέπεια δεν είμαστε και σε θέση να εκτιμήσουμε το κατά πόσο ευσταθούν όλες οι κατηγορίες που του αποδόθηκαν, όπως και το αν αυτές επισύρουν την φοβερή ποινή της καθαίρεσης.

Πιστεύουμε όμως, ότι επειδή οι επίσκοποι ως «τύπος Χριστού» και ως λειτουργοί του Δικαιοκρίτη Θεού θα πρέπει κατά κύριο λόγο να είναι δίκαιοι, θα άρμοζε, μαζί με την επιβληθείσα ποινή, να του απένεμαν και Έπαινο για το ότι είναι ένας από τους ελάχιστους κληρικούς, που διαμαρτύρονται απέναντι στην παναίρεση του Οικουμενισμού. Παρά το γεγονός ότι η φοβερή αυτή αίρεση κηρύσσεται, πλέον, «γυμνή τη κεφαλή» από «Ορθόδοξους» Προκαθημένους, δεν βλέπουμε σχεδόν κανέναν να αντιδρά: Ούτε επισκόπους, ούτε πρωτοσυγκέλλους, ούτε αρχιερατικούς επιτρόπους, ούτε αρχιμανδρίτες, ούτε πρεσβυτέρους!

Όλοι, σχεδόν, παρακολουθούν
απαθείς την προδοσία της Ορθοδοξίας!
«Αφωνότεροι των ιχθύων και απραγότεροι των βατράχων», παρά τις περί του αντιθέτου προτροπές των αγίων Πατέρων: Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης μας λέγει: «Εντολή Κυρίου μη σιωπάν εν καιρώ κινδυνευούσης Πίστεως!» (Επιστολή ΠΑ΄, Παντολέοντι Λογοθέτη, P.G. 99, 1321).

Ωστόσο, αντί γι’ αυτό, βλέπουμε ότι οι τωρινοί επίσκοποι αποφεύγουν να ελέγξουν τους παραβάτες του Θείου Νόμου Οικουμενιστές αρχιερείς και να τους επισημάνουν ότι αυτά που κάνουν είναι αντίθετα με το Ευαγγέλιο, τις Οικουμενικές Συνόδους και τους Πατέρες, είτε για να μην τους δυσαρεστήσουν και χάσουν την εύνοιά τους, είτε γιατί τους φοβούνται, είτε για κάποιον άλλο λόγο που δεν γνωρίζουμε.

Όμως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αποκαλεί «άθεους» αυτούς που, προκειμένου να μη δυσαρεστήσουν κάποιους , αποσιωπούν κάποια δόγματα περί Θεού! (Επιστολή προς μοναχό Διονύσιο, Ε.Π.Ε. 4, 404.)

Πρώτοι αυτοί θα έπρεπε να ζητήσουν την καθαίρεση ή τουλάχιστον τη διακοπή του μνημοσύνου των αιρετικών Προκαθημένων στηριζόμενοι στους Ιερούς Κανόνες (ΛΑ' Αποστολικός και ΙΕ' Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου) που δίδουν αυτό το δικαίωμα, όταν κηρύσσεται απροκάλυπτα αίρεση. Πόσο μάλλον, όταν αυτό γίνεται εδώ και πολλά χρόνια!
Μάλιστα οι Κανόνες αυτοί λένε ότι κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν εγκυμονεί κίνδυνο σχίσματος, αλλά αντίθετα προλαμβάνει το σχίσμα. Επί λέξει ο ΙΕ' Κανόνας λέει: «Ουκ Επισκόπων, αλλά ψευδεπισκόπων και ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, και ου σχίσματι την ένωσιν της Εκκλησίας κατέτεμον, αλλά σχισμάτων και μερισμών την Εκκλησίαν εσπούδασαν ρύσασθαι».

Επειδή, όμως, το να επιδοθεί στον π. Ευθύμιο Τρικαμηνά και τιμητικός Έπαινος αλλά ταυτόχρονα και καθαίρεση, θα ήταν μάλλον μια κίνηση αντιφατική και «σχιζοφρενική», θα έπρεπε, πιστεύουμε, οι άγιοι αρχιερείς να ακολουθήσουν μια άλλη τακτική:

Δεν θα ήταν πιο δίκαιο το να ξεκινούσαν την εφαρμογή της Κανονικότητας πρώτα από αυτούς που διέπραξαν τα «εγκλήματα» και μετά να ασχοληθούν μ’ εκείνους που ίσως διέπραξαν «πταίσματα» και «πλημμελήματα»; Να αρχίσουν, δηλαδή, πρώτα από εκείνους που εδώ και χρόνια ποδοπατούν ασύστολα το Ευαγγέλιο, περιφρονούν τις Οικουμενικές Συνόδους, ξεσκίζουν τους Ιερούς Κανόνες, ατιμάζουν και προσβάλλουν τους Αγίους και μετά να περιλάβουν εκείνους που ίπτανται με ανεμόπτερα;

Και εφόσον δικάζονταν και καθαιρούνταν οι πρώτοι για τα φοβερά Κανονικά τους παραπτώματα, τότε ας εξέταζαν και το αξιόποινο των «παραπτωμάτων» των δεύτερων.
Δυστυχώς όμως οι περισσότεροι σημερινοί μητροπολίτες συμπεριφέρονται σαν να βρίσκονται σε άλλο πλανήτη, που απέχει έτη φωτός από τον δικό μας, ώστε να χρειάζονται αρκετά χρόνια ακόμη για να φτάσουν στα ώτα τους τα νέα της προδοσίας της Πίστης μας!

Παρακάτω θα αναφέρουμε ορισμένα μόνο από τα Κανονικά παραπτώματα μεγαλόσχημων ρασοφόρων, που επισύρουν ακόμη και την ποινή της καθαίρεσης:

Α. «Η ΑΥΤΟΥ ΘΕΙΟΤΑΤΗ ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΣ, Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΥΡΙΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ»

Αθετεί το δόγμα της «Μίας, Αγίας, Καθολικὴς και Αποστολικὴς Εκκλησίας» του Συμβόλου της Πίστεως, το οποίο θέσπισαν Οικουμενικές Σύνοδοι (Α΄ και Β΄), αποδεχόμενος ότι και άλλες Χριστιανικές ομολογίες είναι «Εκκλησίες».

Έτσι, λ.χ. στην κοινή διακήρυξη που υπέγραψε με τον Πάπα στις 30 Νοεμβρίου 2006, λέει:
«Η σκέψις ημών στρέφεται προς υμάς πάντας, τους πιστούς των δύο ημών Εκκλησιών».

Γνωρίζουμε, όμως, ότι ο Παπισμός όχι μόνο δεν είναι «Εκκλησία», αλλά είναι αίρεση και παναίρεση που διέστρεψε πλήρως το Χριστιανισμό και γι’ αυτό έχει καταδικαστεί επανειλημμένως από Συνόδους και Αγίους Πατέρες. Έχει καταδικαστεί από τη Σύνοδο επί Μεγάλου Φωτίου το 880 μ.Χ. (το Filioque) που αποκλήθηκε «Η΄ Οικουμενική», καθώς και το 1054 υπό του πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου. Επίσης από τις Ησυχαστικές Συνόδους του 1341, 1347, 1451, από τις νεότερες πατριαρχικές Συνόδους της Κωνσταντινουπόλεως (1722, 1727, 1838 κ.α.) Και βέβαια έχει πολεμηθεί από πλήθος Αγίων (Μέγα Φώτιο, Γρηγόριο Παλαμά, Μάρκο Ευγενικό, Συμεών Θεσσαλονίκης, Νικόδημο Αγιορείτη, Αθανάσιο Πάριο, Κοσμά Αιτωλό, Άγιο Νεκτάριο, Όσιο Μελέτιο το Γαλησιώτη κ.α.).

Κατά το παρελθόν ο Παναγιώτατος έδειξε να αναγνωρίζει ως «Εκκλησίες» και άλλες χριστιανικές ομολογίες.

Θεωρεί ότι ο προβατόσχημος λύκος-Πάπας είναι κι αυτός «Ποιμένας» της Εκκλησίας και «επίσκοπος Ρώμης»!

◊ Στο Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι στην προσφώνησή του εξέφρασε την «ολόθερμο ευχαριστία που αναβλύζει εκ των καρδιών ημών προς τον φιλάνθρωπον Θεόν διότι κατά την σήμερον παρίσταται ο Αγιώτατος αδελφός επίσκοπος της πρεσβυτέρας Ρώμης μετά της τιμίας συνοδείας αυτού»! (30/11/2006)

◊ Επίσης συνυπέγραψε στην κοινή διακήρυξη με τον Πάπα ότι:
«Η δέσμευσις αύτη προέρχεται εκ της θελήσεως του Κυρίου ημών και εκ της ευθύνης ημών ως Ποιμένων εν τη Εκκλησία του Χριστού». (30/11/2006)

«Κληρικός που δέχεται αιρετικόν ως κληρικόν καθαιρείται» (ΜΕ΄ Κανόνας των Αγίων Αποστόλων).

Συμπροσεύχεται και συλλειτουργεί με ετερόδοξους.

Όπως λόγου χάρη την 30η/11/2006 στο Φανάρι:
◊ Συμπροσευχήθηκε, αφού έβαλε τον Πάπα να απαγγείλει το «Πάτερ Ημών».
Επίσης και στην κοινή διακήρυξη που συνυπέγραψε με τον Πάπα λέει :
«Ευχαριστούμεν τω Δοτήρι παντός αγαθού, όστις έπετρεψεν ημίν και αύθις ίνα εκφράσωμεν εν προσευχή…».

◊ Συλλειτούργησε, ουσιαστικά, με τον Πάπα αφού ο ποντίφικας κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας φορούσε Λειτουργικό Άμφιο (Ωμοφόριο) και αντάλλαξε μαζί του λειτουργικό ασπασμό.
Να σημειώσουμε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει επανειλημμένα συμμετάσχει σε συμπροσευχές όχι μόνο με ετερόδοξους, αλλά και με ετερόθρησκους!!!

«Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω, ει δε επέτρεψεν αυτοίς ως κληρικοίς ενεργήσαι τι, καθαιρείσθω» (45ος Κανόνας των Αγίων Αποστόλων).

Δείχνει να αποδέχεται τη δαιμονική Οικουμενιστική «Βαπτισματική θεολογία».
◊ Στην κοινή διακήρυξη που συνυπέγραψε με τον Πάπα λέει : «Η σκέψις ημών στρέφεται προς υμάς πάντας, τους πιστούς των δύο ημών Εκκλησιών … , και προς πάντας τους βεβαπτισμένους. Χαιρετίζομεν εν Χριστώ τους άλλους Χριστιανούς, διαβεβαιούμενοι αυτούς δια την προσευχήν…».

◊ Εξ άλλου στις 22/9/2004 το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και η «Ευαγγελική Εκκλησία» της Γερμανίας, υπέγραψαν Συμφωνία στην οποία τα εκατέρωθεν Μέρη διακηρύσσουν ότι : «Παρότι αι Εκκλησίαι ημών δεν ευρίσκονται εισέτι εις κοινωνίαν, θεωρούμεν εκατέρωθεν τα μέλη ημών ως βεβαπτισμένα και απορρίπτομεν τον επαναβαπτισμόν»! (Υπάρχει στο επίσημο site του Πατριαρχείου.)

Προχωρεί ακόμη πιο πέρα θεωρώντας, ότι όλες οι Θρησκείες πιστεύουν στον ίδιο Θεό!!! Στις 4/11/1994 στην 6η “Παγκόσμια Συνάντηση Θρησκείας και Ειρήνης” δήλωσε ότι : «Εμείς οι θρησκευτικοί ηγέτες πρέπει να φέρουμε στο προσκήνιο τις πνευματικές αρχές του Οικουμενισμού, της αδελφοσύνης και της ειρήνης. Αλλά για να το πετύχουμε αυτό πρέπει να είμαστε ενωμένοι στο πνεύμα του ενός Θεού….. Ρωμαιοκαθολικοί και Ορθόδοξοι. Προτεστάνται και Εβραίοι, Μουσουλμάνοι και Ινδοί, Βουδισταί..» (Περιοδικό «Επίσκεψις» του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αρ. 494, σελ. 23).

Έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη Γραφή, που ξεκαθαρίζει ότι: «πάντες οι “Θεοί” των εθνών δαιμόνια» (Ψαλμοί 96:5), ότι «Εγώ ειμί η οδός, η αλήθεια και η ζωή, Ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι’ εμού (Ιω. ιδ΄, 6)», ότι επίσης: «Ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία, ουδέ γαρ όνομα εστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δεί σωθηναι ημάς » (Πραξ. 4,12) και τέλος : «πας ο αρνούμενος τον υιόν ουδέ τον πατέρα έχει. Ο ομολογών τον υιόν και τον πατέρα έχει» (Ιωάννου Α΄ 2:23).

Πώς, λοιπόν, έχουμε τον ίδιο Θεό με τις άλλες Θρησκείες, από τη στιγμή που αυτές όχι μόνο δεν αποδέχονται το Χριστό αλλά και σε μερικές περιπτώσεις τον υβρίζουν (Ιουδαϊσμός);
Και τι νόημα και αξία έχει πλέον η ενσάρκωση και η σταυρική θυσία του Κυρίου, αλλά και τα μαρτύρια εκατοντάδων χιλιάδων μαρτύρων και ομολογητών, εφ’ όσον όλα τα θρησκεύματα πιστεύουν στον ίδιο Θεό;

Έχει επανειλημμένως εκστομίσει βλασφημίες κατά του Αγίου Πνεύματος.
◊ Υποδέχτηκε τον αντίχριστο Πάπα στο Φανάρι αναφωνώντας: «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου», λόγος που ειπώθηκε για το Χριστό!

◊ Επίσης και στην κοινή διακήρυξη που συνυπέγραψε με τον Πάπα λέει:
Η «αδελφική συνάντησις…», που είχε με το Θηρίο της Αποκαλύψεως, «είναι έργον Θεού εξ Εκείνου προερχόμενον»! (30/11/2006)

◊ Παλαιότερα υποστήριξε ότι οι Άγιοι Πατέρες που απέκοψαν τους παπικούς, ήταν… σατανοκίνητοι! Είχε πει: «Οι κληροδοτήσαντες εις ημάς την διάσπασιν προπάτορες ημών υπήρξαν ατυχή θύματα του αρχεκάκου Όφεως και ευρίσκονται ήδη εις χείρας του δικαιοκρίτου Θεού. Αιτούμεθα υπέρ αυτών το έλεος του Θεού»!!! (Περιοδικό «Επίσκεψις» του Πατριαρχείου, τεύχος 563, σελ. 6.)

Κατέλυσε και περιφρόνησε τη Συνοδικότητα από την οποία χαρακτηριζόταν πάντα η Ορθόδοξη Εκκλησία!
Ποιά Πανορθόδοξη Σύνοδος τον εξουσιοδότησε να γκρεμίσει τα Όρια, τα οποία έθεσαν οι Πατέρες;

Και άλλα πολλά ων ουκ έστιν αριθμός!

Β. «Η ΑΥΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΤΗΣ, Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ»

(Ειλικρινά, αν δεν μεσολαβούσε η καθαίρεση του π. Ευθυμίου, δεν θα θέλαμε αυτήν την περίοδο να ασχοληθούμε καθόλου με τις αιρετικές ενέργειες του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, μια και ο άνθρωπος προσπαθεί να αντιμετωπίσει ένα σοβαρότατο πρόβλημα υγείας. Προσευχόμαστε για την αποκατάσταση της υγείας του. Περισσότερο όμως από τη σωματική του ίαση πρέπει να ευχόμαστε για την πνευματική του ίαση. Κι όλοι οι μεγαλόσχημοι ρασοφόροι, που του εκφράζουν με στόμφο την «αγάπη» και τη συμπαράστασή τους, αν πράγματι τον αγαπούν αληθινά, θα πρέπει να τον βοηθήσουν να μετανοήσει για όσα έκανε για να σωθεί, διότι η Γραφή προειδοποιεί: «και μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι. Φοβήθητε δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και σώμα απολέσαι εν γεέννη» “Ματθ. 10:28”.)

Αθέτησε κι αυτός το δόγμα της «Μίας, Αγίας, Καθολικὴς και Αποστολικὴς Εκκλησίας» του Συμβόλου της Πίστεως, αναγνωρίζοντας εκκλησιαστική υπόσταση στον Παπισμό και τον Πάπα. Αυτό το έκανε τόσο στην επίσκεψη του Πάπα στην Αθήνα το 2001, όσο και στην επίσκεψη του ιδίου στο Βατικανό πέρυσι (το 2006), βάσει, τουλάχιστον, των κοινών γραπτών διακηρύξεων.
(«Ημείς, Βενέδικτος ΙΣΤ', Πάπας και Επίσκοπος Ρώμης και Χριστόδουλος…», «…δια τας σχέσεις των ημετέρων Εκκλησιών».) (Ρώμη 14/12/2006)

Συμπροσευχήθηκε κι αυτός με ετερόδοξους.
◊ Τόσο το 2001 συμπροσευχήθηκε με τον Πάπα στην νουντσιατούρα του Βατικανού στην Αθήνα (το έγραψαν ξένες εφημερίδες και δεν το διέψευσε ο κ. Χριστόδουλος).

◊ Όσο και πέρυσι κατά την επίσκεψή του στη Ρώμη με την κοινή διακήρυξη που συνυπέγραψε με τον Πάπα λέει : «Το Άγιον Πνεύμα είθε να οδήγηση ημάς…» και «…αναπέμποντες θερμάς δεήσεις όπως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός χαρίζει εις πάντας ανθρώπους το δώρον της ειρήνης…». (14/12/2006)

Εξεστόμισε βλασφημίες κατά του Αγίου Πνεύματος συνυπογράφοντας με τον ανίερο και αντίχριστο Πάπα ότι : «Η συνάντησις αύτη εν τη θεία Χάριτι…» και «φωτιζόμενοι υπό του αγίου Πνεύματος πορευόμεθα την οδόν ταύτην κατά το αποστολικόν υπόδειγμα…». (Ρώμη 14/12/2006)

Κατέλυσε κι αυτός τη Συνοδικότητα.
Μετέβη στη Ρώμη παρά τη ρητή απαγόρευση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Ελλαδικής Εκκλησίας!
Αλλά και το 2001 υποδέχτηκε τον Πάπα χωρίς να συγκαλέσει την Ιεραρχία και να πάρει την έγκρισή της.

Κήρυξε την αίρεση , ότι στο Σώμα του Χριστού ανήκουν κι αυτοί που δεν είναι Χριστιανοί!
Στο τέλος συνεδρίου για τη «Λειτουργική Αναγέννηση» είπε: «Όλοι ανήκουμε στο σώμα του Χριστού….και αυτοί που δεν πιστεύουν (!!!) και αυτοί που δεν είναι Χριστιανοί»!!! («Ορθόδοξος Τύπος», 9/11/2001.)

Κήρυξε την αίρεση , ότι αυτός είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας!
Στο επίσημο περιοδικό της Ιεράς Συνόδου «Εκκλησία», τεύχος 3, Μάρτιος 2007 και στη σελ. 221, απαντώντας σε σχόλια θρησκευτικών περιοδικών γράφει : «2. Ως κεφαλή της Εκκλησίας της Ελλάδος έχω την ευθύνη…». Εμείς όμως ξέρουμε, ότι «κεφαλή της Εκκλησίας» είναι ο Χριστός:
«Και αυτός εστιν η κεφαλή του σώματος της εκκλησίας, ος εστιν αρχή πρωτότοκος εκ των νεκρών ίνα γένηται εν πάσιν αυτός πρωτεύων» (Κολοσσαείς 1:18) και «ότι ο ανήρ εστίν κεφαλή της γυναικός ως και ο Χριστός κεφαλή της εκκλησίας και αυτός εστίν σωτήρ του σώματος» (Εφεσίους 5:23).

Γ. «Ο ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ, ΚΥΡΙΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ»

Δε μπορούμε να ξεχάσουμε τη βλάσφημη δήλωση που έκανε στις 15/6/2001 σε συνέντευξη που έδωσε στον τηλεοπτικό σταθμό «Άξιον ΤV» της πόλης του Αιγίου : «Αν το στέλνει το Άγιο Πνεύμα ο Πατήρ και ο Υιός, εγώ δεν ήμουνα σύμβουλος εκεί για να δω τι έγινε»!!!

Με τη φρικτή αυτή δή­λωση προσέβαλε και αθέτησε την διδασκαλία του ιδί­ου του Κυρίου μας, που μας δίδαξε με πλήρη σαφήνεια και κατηγορηματικότητα ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα (Ιω. 15, 26) . Παράλληλα, όμως, περιφρόνησε και την διαχρονική πίστη της Εκκλησίας που εκφράζε­ται στο Σύμβολο της Πίστεως και στο σύνολο των Συνόδων.

Ερώτηση: Κλήθηκε από την Ιερά Σύνοδο να δώσει εξηγήσεις; Υπέστη όσα οι Ιεροί Κανόνες επιβάλλουν;

Δ. «Ο ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΥΡΟΥ & ΤΗΝΟΥ, ΚΥΡΙΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΔΩΡΟΘΕΟΣ»

Για δεύτερη χρονιά φέτος (το 2007) συνέταξε και υπέγραψε κοινή ποιμαντορική εγκύκλιο για το νέο έτος με τον πα­πικό επίσκοπο της Σύρου (!!!), αμβλύνοντας το Ορθόδοξο αισθητήριο των πιστών.

«Κληρικός που δέχεται αιρετικόν ως κληρικόν καθαιρείται» (ΜΕ΄ Κανόνας των Αγίων Αποστόλων).

Ερώτηση: Κλήθηκε ποτέ σε απολογία από την Ιερά Σύνοδο γι’ αυτές τις αυθαίρετες και αιρετικές ενέργειές του; Υπέστη όσα οι Ιεροί Κανόνες επιβάλλουν;

28η Οκτωβρίου του 2007 – Εορτή της Αγίας Σκέπης

Ακολουθούν υπογραφές


Τρίτη, Ιανουαρίου 08, 2008

Ανοιχτή Επιστολή Διαμαρτυρίας Λαϊκών Χριστιανών της Εκκλησίας της Ελλάδος:«Σιγή ιχθύος για τα τεκταινόμενα στο χώρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας!»


Αύγουστος 2007

Αν και πέρασαν ήδη εννέα ολόκληροι μήνες από τις συναντήσεις των δύο προκαθημένων με τον Πάπα, η θλίψη και η πίκρα εξακολουθούν να ταλανίζουν κάθε Χριστιανό όσο αυτός αναλογίζεται τον εξευτελισμό και την ατίμωση που υπέστη η μάνα μας, η Αγία Ορθοδοξία, από τα όσα φοβερά διαδραματίστηκαν ειδικά στην Κωνσταντινούπολη. Τα παρακολουθήσαμε όλοι σοκαρισμένοι από τηλεοράσεως:

Στο Φανάρι ο Πάπας, ο οποίος κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας φορούσε Λειτουργικό Άμφιο (Ωμοφόριο), προσφωνήθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη με το «ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου» σα να ήταν θεόσταλτος (!), ευλόγησε το εκκλησίασμα, πολυχρονίσθηκε ως «Αγιώτατος» και «επίσκοπος Ρώμης», θυμιατίστηκε από Ορθόδοξους διακόνους, αντάλλαξε λειτουργικό ασπασμό με τον Πατριάρχη και ανέγνωσε το «Πάτερ ημών»!

Θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί κανείς το Μέγα Αθανάσιο να έχει απέναντί του τον Άρειο στο Ναό, να συμπροσεύχεται μαζί του, να τον ασπάζεται στο «αγαπήσωμεν αλλή­λους» και ο χορός των ψαλτών να εύχε­ται υπέρ της μακροημερεύσεως του Α­ρείου, για να συνεχίσει το καταστροφικό αιρετικό του έργο;

Και το «ευχαριστώ» του Ρωμαίου Ποντίφηκα προς το μικρό «αδελφό» του κ. Βαρθολομαίο ήταν ότι διακήρυξε θρασύτατα την αίρεση του Πρωτείου εξουσίας μέσα από το Ναό του Αγίου Γεωργίου! Ο δε Παναγιώτατος, αντί να τον εκδιώξει αμέσως από το Ναό, όχι μόνο ανέχτηκε αυτή την ανείπωτη προσβολή αλλά τον ασπάσθηκε, του έδωσε δώρο και εξέφρασε - στην προσφώνησή του - την «ολόθερμο ευχαριστία που αναβλύζει εκ των καρδιών ημών προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, διότι κατά την σήμερον παρίσταται ο Αγιώτατος αδελφός Επίσκοπος της πρεσβυτέρας Ρώμης μετά της τιμίας συνοδείας αυτού»! Στο τέλος δε ένωσε μαζί του τα χέρια θριαμβευτικά από τον εξώστη του Πατριαρχείου!

Αυτό όμως που πραγματικά συντρίβει κάθε καρδιά που πονάει την Εκκλησία μας, είναι πως παρά το γεγονός ότι πέρασε τόσος καιρός, δε βρέθηκε ούτε ένας επίσκοπος να διαμαρτυρηθεί!
Όλοι τους παρακολουθούν την προδοσία της Πίστεως άφωνοι και αμίλητοι! Παγερά αδιάφοροι!
Γι’ αυτό και νοσταλγούμε την εποχή που παλαιοί Ιεράρχες, όπως λόγου χάρη ο πρώην επίσκοπος της Φλώρινας, ο λεοντόκαρδος Αυγουστίνος Καντιώτης, ύψωναν το ανάστημά τους και δημοσίως ήλεγχαν με στεντόρεια φωνή τα οικουμενιστικά ανοίγματα της εποχής τους. Τώρα η παναίρεση του Οικουμενισμού έχει αποθρασυνθεί εντελώς και προελαύνει ανενόχλητη σαρώνοντας τα πάντα. Σε ένα μήνα επίκειται και νέα συνάντηση του Πατριάρχη με τον Πάπα στη Ραβέννα της Ιταλίας στο περιθώριο του «θεολογικού» διαλόγου που μεθοδεύει την ψευδοένωση. Είναι, λοιπόν, καιρός εγρήγορσης και όχι εφησυχασμού.

Επειδή αυτό που τελικά μένει είναι τα γραπτά, γι’ αυτό κι εμείς στο κείμενο αυτό θα υπενθυμίσουμε και θα σχολιάσουμε τις γραπτές κοινές διακηρύξεις που υπέγραψαν οι δύο προκαθήμενοι με τον Πάπα, ώστε να έλθουμε όλοι σε συναίσθηση της σοβαρότητας της κατάστασης και να αντιπαλέψουμε την επιχειρούμενη άμβλυνση του Ορθοδόξου αισθητηρίου.

Αρχικά σκεφθήκαμε να μην ασχοληθούμε με το κείμενο που συνυπέγραψε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών με τον Πάπα, επειδή αυτό το διάστημα ο Μακαριώτατος αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας και βρίσκεται εκτός Ελλάδας. Τον αγαπούμε και ευχόμαστε ο Θεός να τον βοηθήσει να αναρρώσει σύντομα.
Επειδή όμως τις κατά καιρούς αιρετικές του ενέργειες δεν τις έχει αναιρέσει η Ιερά Σύνοδος, αυτές έχουν δημιουργήσει ένα καθεστώς, ένα αιρετίζον κλίμα μέσα στην ελλαδική Εκκλησία, που διαποτίζει τα πάντα: Από μητροπόλεις και θεολογικές σχολές μέχρι εκκλησιαστικά ραδιόφωνα, εφημερίδες και περιοδικά.

Ξέρουμε ότι κάποιοι θα μας κατηγορήσουν λέγοντας ότι «οι λαϊκοί δεν πρέπει να κρίνουν την Εκκλησία» (εννοώντας αθεολόγητα ως «Εκκλησία» τους επισκόπους). Θα αναφέρουμε ότι : Πρώτον, η Εκκλησία, δηλαδή το Σώμα του Χριστού, δεν είναι μόνο ο κλήρος, αλλά και ο λαός∙ δεύτερον, στην Αρχαία Εκκλησία οι λαϊκοί ήλεγξαν τον Απόστολο Πέτρο γιατί συνέφαγε με απερίτμητους (Πραξ. 11,3)∙ τρίτον, ο Απόστολος Παύλος έδωσε εντολή στους πιστούς να υπενθυμίσουν στον κληρικό Άρχιππο τη διακονία του (Κολοσ. 4,17)∙ τέταρτον, ο Άγιος Στέφανος δεν είχε ιερωσύνη, ένας νεαρός τραπεζοκόμος ήταν, κι όμως ήλεγξε με δριμύτητα ολόκληρη “Ιερά Σύνοδο” (Πραξ. 7, 1-59)∙ και πέμπτον, η «Συνοδική Διακήρυξις των Πατριαρχών της Ανατολής» (1), το 1848, λέει ότι πρόμαχος της Ορθοδόξου Πίστεως είναι ο λαός.
Τη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας, που αποφάσισε το 1438 την ένωση με τους Παπικούς, ο λαός ήταν που την ακύρωσε. Την είχαν υπογράψει όλοι σχεδόν οι επίσκοποι, εκτός από τον Άγιο Μάρκο Ευγενικό.

Έχουμε επίγνωση της αμαρτωλότητας και της αναξιότητάς μας. Δεν πρόκειται όμως για ηθικά θέματα, αλλά για την Πίστη μας, για την οποία ακόμη κι αν σωπάσουν όλοι, θα φωνάξουν οι πέτρες (Λουκ. 19,40).

Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης μας λέει: «Εντολή Κυρίου μη σιωπάν εν καιρώ κινδυνευούσης Πίστεως». (2)

Διαβάζοντας τις κοινές δηλώσεις των δύο προκαθημένων με τον Πάπα, διαπιστώνουμε ότι:

1ον: Έχουμε συμπροσευχές:
«Ευχαριστούμεν τω Δοτήρι παντός αγαθού, όστις έπετρεψεν ημίν και αύθις ίνα εκφράσωμεν εν προσευχή…» (3), «Το Άγιον Πνεύμα είθε να οδήγηση ημάς…» (4) και «…αναπέμποντες θερμάς δεήσεις όπως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός χαρίζει εις πάντας ανθρώπους το δώρον της ειρήνης…». (4)
Το γεγονός ότι οι Ιεροί Κανόνες απαγορεύουν ρητώς τις συμπροσευχές με ετερόδοξους, επισείοντας την ποινή της καθαίρεσης για τους παραβάτες κληρικούς, ουδόλως τους απασχολεί!
(Κανόνας ΞΕ΄ των Αγίων Αποστόλων και Θ΄, ΛΓ΄ της Συνόδου της Λαοδικείας).

2ον: H Ρώμη τελικά έχει επίσκοπο!
«Ημείς, Βενέδικτος ΙΣΤ', Πάπας και Επίσκοπος Ρώμης και Χριστόδουλος…». (4) Αλλά και στο Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι ο ανίερος Πάπας αποκλήθηκε «επίσκοπος Ρώμης» από τον Παναγιώτατο.


Οι Άγιοί μας λοιπόν επί δέκα αιώνες μας έλεγαν ψέματα! Μας στέρησαν από έναν «πεφιλημένο αδελφό»!

3ον: Ο προβατόσχημος λύκος-Πάπας είναι κι αυτός «Ποιμένας» της Εκκλησίας:
«Η δέσμευσις αύτη προέρχεται εκ της θελήσεως του Κυρίου ημών και εκ της ευθύνης ημών ως Ποιμένων εν τη Εκκλησία του Χριστού.» (3), « Ως Ποιμένες, εσκέφθημεν …». (3)

4ον: Η Ορθοδοξία δεν είναι η μόνη Εκκλησία του Χριστού. Εκκλησία είναι και ο Παπισμός (και όχι μόνο!): «Η σκέψις ημών στρέφεται προς υμάς πάντας, τους πιστούς των δύο ημών Εκκλησιών» (3) και «…δια τας σχέσεις των ημετέρων Εκκλησιών». (4) Άρα το Σύμβολο της Πίστεως, στο οποίο ομολογούμε ότι πιστεύουμε «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικὴν και Αποστολικὴν Εκκλησίαν», σφάλλει ή είναι ξεπερασμένο και μαζί μ’ αυτό και οι Οικουμενικές Σύνοδοι, που το θέσπισαν! Μη γένοιτο!

Σε άλλα σημεία όμως υποδηλώνεται ότι η Εκκλησία είναι μία («εκ της ευθύνης ημών ως Ποιμένων εν τη Εκκλησία του Χριστού» (3) και «…προς δόξαν τού εν Τριάδι αγίου Θεού και τής αγίας Εκκλησίας Του») (4) αλλά διασπασμένη σε κομμάτια: «…οδός της Εκκλησίας διά τε την αποκατάστασιν της ποθητής ενότητος του εκκλησιαστικού σώματος…». (4) Οι δύο προκαθήμενοι διαψεύδουν τη Γραφή που λέει ότι δεν μπορεί να υπάρξει διάσπαση του εκκλησιαστικού σώματος: «μεμέρισται ο Χριστός;» (Κορινθίους Α' 1:13).

Αυτές τις ανόητες, αθεολόγητες και αιρετικές δοξασίες περί «αδελφών Εκκλησιών» που υιοθέτησαν όλοι οι «Ορθόδοξοι» Οικουμενιστές, τις γκρεμίζει ο Σέρβος όσιος πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς, ο οποίος διατέλεσε και Καθηγητής της Δογματικής στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου μέχρι το 1945. Γράφει:
«Η Εκκλησία δεν είναι μόνον μία, αλλά και μοναδική. Εν τω Κυρίω Ιησού δεν είναι δυ­νατόν να υπάρξουν πολλά σώματα· κατά τον ίδιον τρόπον δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν εν αυτώ πολλές Εκκλησίες. Εν τω θεανθρωπίνω αυτού σώματι η Εκκλησία είναι μία και μοναδική, όπως ο Θεάνθρωπος, ο Χριστός, είναι ένας και μοναδικός. Δι’ αυτόν τον λόγον διαίρεσις, σχίσμα της Εκκλησίας είναι πρωτί­στως ένα πράγμα οντολογικώς αδύνατον.
Δεν υπήρξε ποτέ διαίρεσις της Εκκλη­σίας, και δεν είναι δυνατόν να υπάρξη, πλην υπήρξε και θα υπάρξη έκπτωσις εκ της Εκκλησίας, κατά τον τρόπον, πού πίπτουν τα ξερά και άγονα κλήματα από την θεανθρωπίνην και αιωνίως ζώσαν άμπελον, που είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός (Ιω. 13,16)». (5)

5ον: Υπεύθυνοι για το χιλιετές Σχίσμα είναι οι θεοφώτιστοι Πατέρες που απέκοψαν τους Ρωμαιοκαθολικούς , καθώς και οι Άγιοι που στη συνέχεια το διατήρησαν και όχι οι αναρίθμητες αιρέσεις του παπισμού!
Ευθύνονται «τα παλαιά αναθέματα, τα οποία επηρέασαν ανά τους αιώνας τας σχέσεις των Εκκλησιών ημών κατά τρόπον αρνητικόν» (3), γι’ αυτό Ορθόδοξοι και αιρετικοί «βιούμεν την κοινήν ευθύνην ημών δια την εν αγάπη και αληθεία υπέρβασιν των ποικίλων συγχύσεων και τραυματικών εμπειριών του ιστορικού παρελθόντος»! (4) Έγινε οικτρά παρεξήγησις δηλαδή! Πόσο βαρύ λόγο θα δώσουν στο Θεό οι Άγιοί μας που για «ασήμαντους» λόγους έσχισαν στα δύο την Εκκλησία! Κατά τον Οικουμενικό Πατριάρχη ήταν…σατανοκίνητοι! Πριν από λίγα χρόνια είχε πει:
«Οι κληροδοτήσαντες εις ημάς την διάσπασιν προπάτορες ημών υπήρξαν ατυχή θύματα του αρχεκάκου Όφεως και ευρίσκονται ήδη εις χείρας του δικαιοκρίτου Θεού. Αιτούμεθα υπέρ αυτών το έλεος του Θεού» !!! (6) Αν αυτό δεν είναι βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, τότε τι είναι;

6ον: Είμαστε ήδη ενωμένοι, αλλά …όχι πλήρως!
«…δια την πορείαν ημών προς την πλήρη ενότητα…» (4) και «…εν τη προοπτική της πλήρους μετ' αλλήλων κοινωνίας». (4)

Τι είναι το Σώμα του Χριστού; Πολιτικο-οικονομικός οργανισμός σαν την Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να επιτρέπει «μερικές» και «πλήρεις» ενώσεις με ξένα σώματα; Αυτή τη στιγμή λοιπόν έχουμε «τελωνιακή σύνδεση» με τον Παπισμό και ευελπιστούμε ότι στη Ραβέννα, οι «ενταξιακές διαπραγματεύσεις» θα ευοδωθούν και θα οδηγήσουν στην «πλήρη ενοποίηση»! Η «θεολογία» της Νέας Εποχής!


7ον: Η «πλήρης Ένωση» θα επιτευχθεί με αμοιβαίες δογματικές παραχωρήσεις και διαπραγματεύσεις, σα να επρόκειτο για την επίλυση πολιτικού προβλήματος και όχι με τη μετάνοια των Παπικών, την αποκήρυξη των αιρέσεών τους και την επιστροφή τους στην Ορθοδοξία. Όλοι φταίμε!
«Έχομεν δε δι' ελπίδος ότι ο διμερής θεολογικός διάλογος δύναται ν' αξιοποιήση τα θετικά ταύτα στοιχεία προς αναζήτησιν κοινώς αποδεκτών θεολογικών προτάσεων». (3)

Ας παζαρέψουμε λοιπόν τα δόγματα! Ας ανακατέψουμε το φως με το σκοτάδι, την αλήθεια με το ψεύδος και ας λέει τα αντίθετα η Γραφή: «Μη γίνεσθε ετεροζυγούντες απίστοις. Τις γαρ μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; Τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος;» (Κορινθίους Β' 6:14).
Θεωρούν ότι έχουν κοινή ευθύνη για την επανένωση του «διασπασμένου» εκκλησιαστικού σώματος μέσω «…του εποικοδομητικού θεολογικού διαλόγου. Διότι, η οδός αύτη είναι η αποτελεσματικωτέρα οδός της Εκκλησίας διά τε την αποκατάστασιν της ποθητής ενότητος τού εκκλησιαστικού σώματος». (4)

Πότε υπήρξε «εποικοδομητικός» ο διάλογος με τους Παπικούς; Μετά από τόσες δεκαετίες επίπονων διαλόγων η μόνη υποχώρηση που έκαναν είναι ότι δεν υποχρεώνουν πλέον τους Ορθοδόξους να ασπάζονται την…παντόφλα του Πάπα! (Ίσως μας πουν οι Οικουμενιστές ότι «κάτι είναι κι’ αυτό»!)

8ον: Εκφράζουν τη λύπη τους για τον αποχριστιανισμό του Δυτικού Κόσμου, αποκρύπτουν όμως ότι ο κύριος υπεύθυνος γι’ αυτό είναι ο Παπισμός!
«Δεν δυνά­μεθα να αγνοήσωμεν την έξαρσιν της εκκοσμικεύσεως, της σχετικοκρατίας ή και του μηδενισμού, ιδία εν τω δυτικώ κόσμω» (3), «όπου πολυάριθμα ιδεολογικά ρεύματα απομακρύνουν τον άνθρωπον εκ του Θεού» (4). Οι Οικουμενιστές δεν είναι μόνο αθεολόγητοι, είναι και ανιστόρητοι.

Ποιός ευθύνεται για τον αποχριστιανισμό του Δυτικού Κόσμου; Για την εκκοσμίκευση και την αθεΐα;
Δεν είναι ο Παπισμός που με τις αιματηρές σταυροφορίες, τους πολέμους, τις μηχανορραφίες, τα σκάνδαλα, τη μανία του για εξουσιαστική επιβολή, τα συγχωροχάρτια, τις «Ιερές Εξετάσεις» και άλλα, κατασκανδάλισε το σύμπαν και οδήγησε τους διαμαρτυρόμενους υπό τον Λούθηρο να αποσχισθούν απ’ αυτόν και να δημιουργήσουν τον Προτεσταντισμό τον 16ο αιώνα;

Δεν είναι ο Παπισμός που προκάλεσε αηδία στους πρωτεργάτες του Διαφωτισμού και τους έκανε να αποκηρύξουν τη θρησκεία και να προτάξουν την αθεΐα τον 18ο αιώνα, μετά την Γαλλική Επανάσταση;

Δεν είναι ο Παπισμός και το αποκρουστικό αποκύημά του ο Προτεσταντισμός που έκαναν τον γερμανό φιλόσοφο Καρλ Μαρξ, ο οποίος αρχικά είχε ασπαστεί τον Λουθηρανισμό, να τους σιχαθεί, να τους γυρίσει την πλάτη και να γράψει ότι «η θρησκεία είναι το όπιο των λαών»; Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο Κομμουνισμός, που γεννήθηκε από τις θεωρίες του Μαρξ και τον 20ο αιώνα, καταδυνάστευσε για 70 χρόνια τον Ανατολικό Κόσμο και δίωξε ανελέητα τους Χριστιανούς, είχε ως θεμέλιο την αθεΐα.

9ον: Η κήρυξη του Ευαγγελίου στον κόσμο είναι ευθύνη εξίσου των Ορθοδόξων και των αιρετικών που από κοινού οφείλουν να δίδουν μαρτυρία Πίστεως !!!
«Ως Ποιμένες, εσκέφθημεν την αποστολήν της αναγγελίας του Ευαγγελίου εις τον σύγχρονον κόσμον» (3) και «βιούμεν εντονώτερον την κοινήν αποστολήν ημών δια την αυθεντικήν συνέχισιν της αποστολικής μαρτυρίας της Πίστεως προς τούς εγγύς και τούς μακράν». (4)
Υπάρχει αυθεντικότητα Αποστολικής Πίστεως σε αιρέσεις; Θα μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, να δηλώνει μαζί με τον Πάπα Ευγένιο ότι έχουν κοινή επιθυμία να κηρύξουν το Ευαγγέλιο του Χριστού και να διαφωτίσουν τον κόσμο;

«Ευχόμεθα δια μίαν γόνιμον συνεργασίαν δια να επαναπροσδιορίσωμεν εις τούς συγχρόνους τας χριστιανικάς ρίζας της ευρωπαϊκής ηπείρου». (4) Είναι χίλιες φορές προτιμότερο να παραμείνει το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης στο σκότος της αθεΐας και της θρησκευτικής αδιαφορίας, παρά να «επαναχριστιανιστεί» από τον Παπισμό. Ο Παπισμός είναι η μεγαλύτερη νόθευση και διαστροφή του Χριστιανισμού. Ο μεγάλος Ντοστογιέφσκι έχει γράψει ότι : «Ο καθολικισμός της Ρώμης είναι χειρότερος από τον αθεϊσμό που κηρύττει μονάχα το μηδέν. Ο καθολικισμός προχωρεί ακόμη πιο πέρα: Κηρύττει ένα Χριστό αντίθετο του Χριστού∙ κηρύττει τον Αντίχριστο ». (7)

«Ανανεούμεν… την κοινήν ημών επιθυμίαν όπως αναγγείλωμεν εις τον κόσμον το Ευαγγέλιον του Ιησού Χριστού και κυρίως εις την
νέαν γενεάν». (4) Ποια νέα γενιά; Αυτή έχει κατασκανδαλιστεί προ πολλού από τον Παπισμό. Μόνο στις ΗΠΑ η Ρωμαιοκαθολική «Εκκλησία» πληρώνει κάθε χρόνο δεκάδες εκατομμύρια δολάρια για να κλείνει άρον-άρον αμέτρητες υποθέσεις παιδεραστίας «κληρικών» της.
Θα δώσουμε λοιπόν χείρα βοηθείας στον καταρρέοντα Παπισμό, εφ’ όσον μένει αμετανόητος;

Εσχάτως δε και στην Ελλάδα οι νέοι έχουν σκανδαλιστεί σφόδρα από τα φοβερά και πρωτοφανή εκκλησιαστικά σκάνδαλα, που μαγάρισαν τα ελληνικά χώματα και κατεξευτέλισαν την Εκκλησία του Χριστού στα πέρατα της γης. Μήπως αυτή είναι η τιμωρία και η παιδαγωγία του Θεού προς την εκκλησιαστική διοίκηση, που δεν ορθοτομεί πλέον «το λόγο της αληθείας»;


10ον: Διακηρύσσεται η βλάσφημη «Βαπτισματική θεολογία» του Οικουμενισμού:
«Η σκέψις ημών στρέφεται προς υμάς πάντας, τους πιστούς των δύο ημών Εκκλησιών … , και προς πάντας τους βεβαπτισμένους. Χαιρετίζομεν εν Χριστώ τους άλλους Χριστιανούς, διαβεβαιούμενοι αυτούς δια την προσευχήν…». (3) Στο σημείο αυτό, με ταχυδακτυλουργικό τρόπο, οι Εκκλησίες από δύο γίνονται… τριακόσιες σαράντα! Όλοι οι «βεβαπτισμένοι εν Χριστώ» είναι μέλη της Εκκλησίας! Ουσιαστικά το κάθε είδους «βάπτισμα» οριοθετεί την Εκκλησία!

Στις 14 με 23 Φεβρουαρίου του 2006 στο Porto Alegre της Βραζιλίας πραγματοποιήθηκε η 9η Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ («Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών») με θέμα: «Θεέ, με τη Χάρη Σου, ανακαίνισε τον κόσμο»! Οι Ορθόδοξοι συνυπέγραψαν με όλο το συνονθύλευμα των αιρέσεων τα εξής απίστευτα: « Όλοι όσοι έχουμε βαπτισθεί εν Χριστώ είμαστε ενωμένοι με το Χριστό στο Σώμα Του»! (8)

Είμαστε λοιπόν στο ίδιο θεανθρώπινο Σώμα και με «εκκλησίες» που δέχονται την ομοφυλοφιλία και τις εκτρώσεις, που δεν πιστεύουν στην Ανάσταση του Χριστού, που δεν αποδέχονται όλα τα μυστήρια, την Παράδοση της Εκκλησίας, τους Αγίους, τις εικόνες, που χειροτονούν γυναίκες κ.α; Άπαγε της βλασφημίας!

Παρακάτω συνομολογούν ότι : «Κάθε Εκκλησία πραγματώνει την καθολικότητά της όταν είναι σε κοινωνία με τις άλλες Εκκλησίες»! (8) Πρόκειται για πλήρη αντιστροφή και διαστροφή της Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας βάσει της οποίας η καθολικότητα της Εκκλησίας εκπληρώνεται δια της κοινωνίας των Ορθοδόξων Εκκλησιών μεταξύ τους και δια της ακοινωνησίας με τις αιρέσεις! (9)
Σε άλλο σημείο, πάλι, διαστρέφοντας ένα χωρίο της Γραφής (το Α’ Κορ. 12,4-7) συγχέουν την ποικιλία των Χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος μέσα στη Μία, Αγία και Καθολική Εκκλησία (για την οποία μιλάει ο Απόστολος Παύλος) με την ποικιλία των διάφορων πλανών και αιρέσεων της κάθε ψευτοεκκλησίας!

Στις 22/9/2004 η «Ευαγγελική Εκκλησία» της Γερμανίας και το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως υπέγραψαν Συμφωνία στην οποία τα εκατέρωθεν Μέρη διακηρύσσουν ότι : «Παρότι αι Εκκλησίαι ημών δεν ευρίσκονται εισέτι εις κοινωνίαν, θεωρούμεν εκατέρωθεν τα μέλη ημών ως βεβαπτισμένα και απορρίπτομεν τον επαναβαπτισμόν »! (10) Οι Οικουμενιστές έχουν μπερδέψει τη θεολογία με την πολιτική και τη διπλωματία!

11ον: Οι βλασφημίες κατά του Αγίου Πνεύματος δεν έχουν τελειωμό:
Η «αδελφική συνάντησις…» (3) των δύο Ορθόδοξων Αρχιερέων με το Θηρίο της Αποκαλύψεως, έγινε «εν τη θεία Χάριτι» (4) και «είναι έργον Θεού εξ Εκείνου προερχόμενον»! (3) Ποίου «θεού»; Αυτού με τα κέρατα; Αλλού γράφουν: «φωτιζόμενοι υπό του αγίου Πνεύματος πορευόμεθα την οδόν ταύτην» (4) …της απωλείας! Ο Όσιος Μελέτιος ο Γαλησιώτης, που έζησε τον 13ο αιώνα, γράφει: «Αιρετικοί εισίν οι Ιταλοί και οι συγκοινωνούντες αυτοίς απόλλυνται». (11)

12ον: Κυριαρχεί μια ακατάσχετη αγαπολογία : «…συνεργασίας και κοινωνίας εν αγάπη» (3), «η αγάπη του Χριστού συνέχει ημάς» (4), «Αναγνωρίζομεν τα σημαντικά βήματα του διαλόγου της αγάπης» (4), «πορευόμεθα την οδόν ταύτην κατά το αποστολικόν υπόδειγμα (;) εν αγάπη» (3).

Οι δύο Προκαθήμενοι φαίνεται ότι έχουν μεγαλύτερη αγάπη από όλους τους «εμπαθείς» Αγίους που αγωνίστηκαν και έγραψαν εναντίων των Παπικών (Μέγα Φώτιο, Γρηγόριο Παλαμά, Μάρκο Ευγενικό, Συμεών Θεσσαλονίκης, Νικόδημο Αγιορείτη, Αθανάσιο Πάριο, Κοσμά Αιτωλό, Άγιο Νεκτάριο, κ.α).
Στην «αγάπη» ξεπερνούν και αυτόν ακόμη τον αγαπημένο μαθητή του Χριστού, τον ευαγγελιστή Ιωάννη, ο οποίος συνιστά : «ει τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν και χαίρειν αυτώ μη λέγετε» (Ιωάννου Β' 1:10).

Φαίνεται, ότι στερούνταν αγάπης ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, που μας συμβουλεύει να αποφεύγουμε τους Λατίνους «ως φεύγει τις από όφεως» (12), ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός που μας προτρέπει «τον Πάπα να καταράσθε!» (13), καθώς και ο Άγιος Νεκτάριος, που έγραψε προφητικά, ότι «Οι Πάπαι αμαρτάνουσι και κολάζονται και θα κολάζονται μέχρι της Δευτέρας Παρουσίας, ίσως και αιωνίως». (14)
Είναι σίγουρο ότι, αν οι Άγιοι αυτοί ζούσαν στις μέρες μας, οι «Ορθόδοξοι» Οικουμενιστές θα τους χαρακτήριζαν «φανατικούς», «φονταμενταλιστές» και «Ταλιμπάν»! Ίσως και να τους καθαιρούσαν!

Ο Θεός όμως δεν είναι μόνο αγάπη αλλά και αλήθεια. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει : «μηδέν νόθον δόγμα τω προσχήματι της αγάπης παραδέχεσθαι». (15) Δεν είναι δυνατόν, λέγει ο Άγιος, υπό το πρόσχημα της δήθεν αγάπης να αποδεχτούμε νόθα και αιρετικά δόγματα.
Αλλά αυτή η «αγάπη», η ευγένεια και η αβρότητα, που πλημμυρίζει πολλούς λατινόφρονες Ιεράρχες, είναι πολύ επιλεκτική: Επιδεικνύεται αφειδώς απέναντι στους αιρετικούς, τους πολιτικούς και τους επώνυμους κοσμικούς, ενώ διοχετεύεται όλο το μένος και η οργή τους επάνω στους ταπεινούς Ορθόδοξους αγωνιστές Χριστιανούς! Κι αυτό είναι μια από τις αποδείξεις ότι διακατέχονται από «πνεύμα πλάνης».

Αν αγαπούσαν αληθινά τους Ρωμαιοκαθολικούς θα τους έλεγαν την αλήθεια, ότι δηλαδή βρίσκονται στην πλάνη για να μετανοήσουν και να σωθούν. Επομένως η «αγάπη» τους είναι απάτη.

13ον: Καταλύθηκε η Συνοδικότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία!
Ποια Σύνοδος εξουσιοδότησε τους Ορθόδοξους Αρχιερείς να υπογράφουν τέτοια αντορθόδοξα κείμενα; Έγινε κάποια Οικουμενική Σύνοδος που κατήργησε το Ευαγγέλιο, τους Ιερούς Κανόνες και την παρακαταθήκη των Αγίων μας και δεν το ξέρουμε; Μάλιστα η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος όχι μόνο δεν έδωσε ποτέ τέτοια εξουσιοδότηση στον Αρχιεπίσκοπο αλλά του απαγόρευσε και αυτήν ακόμη τη μετάβαση στη Ρώμη! Εν τούτοις αυτός πήγε στο Βατικανό εξευτελίζοντας την Ιερά Σύνοδο!

Η ποδοπάτηση της Συνοδικότητας είναι πλέον συνήθης πρακτική. Το 1993 στο Μπάλαμαντ του Λιβάνου «Ορθόδοξοι» Αρχιερείς χωρίς να ρωτήσουν κανέναν υπέγραψαν ένα επαίσχυντο κείμενο με το οποίο αναγνωρίζεται ο Παπισμός ως «αδελφή Εκκλησία» και αποκαθίσταται η επάρατη Ουνία.
Παλαιότερα στο Ζαμπεζύ της Ελβετίας το 1990 είχαν αναγνωρίσει τους αιρετικούς Μονοφυσίτες.

Βέβαια για τον Πάπα δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Ο Ποντίφηκας είναι καλυμμένος εκκλησιαστικά: Με τις αιρέσεις του Πρωτείου Εξουσίας και του Αλάθητου ο Πάπας υπέρκειται όλων των Συνόδων και μπορεί να αλλάξει ακόμη και τα δόγματα! Ο Καρδινάλιος Βελλαρμίνος (1542-1621), που ανακηρύχθηκε «άγιος» από τη Ρωμαϊκή «Εκκλησία», λέγει τα εξής με φυσικότατο ύφος: «Αν ο Πάπας καμιά μέρα επιβάλει αμαρτίες και απαγορεύσει αρετές, η Εκκλησία είναι υποχρεωμένη να πιστεύση, ότι οι αμαρτίες αυτές είναι καλές και ότι οι αρετές εκείνες είναι κακές»!!! (16) Γι’ αυτό και ένας Ρωμαιοκαθολικός μοναχός, που εγκατέλειψε τον Παπισμό και ασπάστηκε την Ορθοδοξία έγραψε ότι ο Παπισμός έχει τέτοιον καλπάζοντα εωσφορισμό, που «λίγο ακόμη και θα αποκαλέσει τον Κύριό μας …αντιπρόσωπο του Πάπα στον Ουρανό»! (16)

Άραγε οι Ορθόδοξοι Οικουμενιστές θα συνετιστούν μετά και από το νέο «χαστούκι» που δέχτηκαν από τον Πάπα που πρόσφατα (9/7/2007) διακήρυξε ότι «η μόνη πραγματική Εκκλησία του Χριστού είναι η Παπική» και ότι «οι Ανατολικές Εκκλησίες έχουν έλλειμμα εκκλησιαστικότητος»; (17)

Αν εν τούτοις έχουν σαγηνευτεί τόσο πολύ από τον Παπισμό, που δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτόν, τότε ας αυτομολήσουν προς αυτόν. Η Ορθοδοξία όμως δεν είναι ιδιοκτησία τους και δεν έχουν το δικαίωμα να διαπραγματεύονται την Παράδοσή Της στον αντίχριστο Πάπα.

29η Αυγούστου του 2007 – Αποτομή της τιμίας κεφαλής του Βαπτιστού Ιωάννου

Ακολουθούν υπογραφές
_________________________________________________

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. «Παρ’ ημίν ούτε Πατριάρχαι, ούτε Σύνοδοι εδυνήθησαν ποτέ εισαγαγείν νέα, διότι ο υπερασπιστής της Θρησκείας εστίν αυτό το Σώμα της Εκκλησίας, ήτοι αυτός ο λαός, όστις εθέλει το θρήσκευμα αυτού αιωνίως αμετάβλητον και ομοειδές τω των Πατέρων αυτού». ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΣ ΣΥΝΟΔΙΚΟΣ ΤΩΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΩΝ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 1848. «Ορθόδοξος Τύπος», 27/7/2007, σελ.1.

2. Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου - Επιστολή ΠΑ΄, Παντολέοντι Λογοθέτη, P.G. 99,1321.

3. ΚΟΙΝΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΥ ΙΣΤ΄ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ Α΄ - Φανάριον, 30 Νοεμβρίου 2006 -
www.orthodoxie.net/gr/Texte/Texte_Varia/Deklaration_Gr.htm .

4. ΚΟΙΝΗ ΔΗΛΩΣΙΣ ΤΗΣ Α.Α. ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΥ ΙΣΤ΄ ΚΑΙ ΤΗΣ Α.Μ. ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Κ.Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ - Ρώμη 14/12/2006 -
www.ecclesia.gr/greek/archbishop/default.asp?id=573&what_main=1&what_sub=2&lang=gr&archbishop_heading=Ορθοδοξία .

5. Ιουστίνου Πόποβιτς , «Δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας», (Γαλλική μετάφραση) Τόμος 4ος, σελ. 181, Lausanne 1995 - Αναδημοσιεύτηκε στον «Ορθόδοξο Τύπο» στις 29/6/2007.

6. Περιοδικό «Επίσκεψις» του Οικουμενικού Πατριαρχείου, τεύχος 563, σελ. 6. Δημοσιεύθηκε και στην «Εκκλησιαστική Αλήθεια» στις 16/2/1998. Η φρικτή αυτή δή­λωση προκάλεσε την έγγραφη αντίδραση του Αγίου Όρους.

7. Φ. Ντοστογιέφσκι, «Ο Ηλίθιος», Δ’ 1, V11.

8. Περιοδικό «Παρακαταθήκη», τεύχος 40, Ιαν. – Φεβρ. 2005, σελ. 5. Ολόκληρο το κείμενο (Αγγλιστί) στην επίσημη ιστοσελίδα του ΠΣΕ:
www.wcc-assembly.info/en/theme-issues/assembly-documents/1-statements-documents-adopted/christian-unity-and-message-to-the-churches/called-to-be-the-one-church-as-adopted.html .

9. «Άπαντες οι της Εκκλησίας Διδάσκαλοι, πάσαι αι Σύνοδοι και πάσαι αι θείαι Γραφαί φεύγειν τους ετερόφρονας παραινούσι και της αυτών κοινωνίας διίστασθαι» (PG 160. 105 C). Από την Ομολογία Πίστεως του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού - Ι. Καρμίρη, «Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», τομ.1, σελ. 425.

10. «Κοινόν Ανακοινωθέν της δεκάτης τρίτης συναντήσεως μεταξύ Θεολόγων του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και της Ευαγγελικής Εκκλησίας εν Γερμανία (Φανάριον, 16-22 Σεπτεμβρίου 2004)».
Από την επίσημη ιστοσελίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου:
www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=232&tla=gr .
Το επίμαχο σημείο βρίσκεται στον 4ο όρο της συμφωνίας.

11. Οσίου Μελετίου Γαλησιώτου - Λόγοι κατ’ Ιταλών, λόγος 3ος εν V . Laurent – J . Darrouzes , Dossier Grec de l ’ union de Lyon (1272 – 1277), Paris 1976, σελ. 554-558.

12. Ιω. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, εν Αθήναις 1952, μτφρ. «Ο πειρασμός της Ρώμης», έκδοση Ι.Μ. Κουτλουμουσίου, σελ. 353-362.

13. Σώζεται ανάμεσα στις Προφη­τείες του Αγίου Κοσμά. Βλ. Επι­σκόπου Αυγουστίνου Καντιώτου, μητροπολίτου Φλωρίνης, «Κοσμάς ο Αιτωλός», Αθήναι 2005, σελ. 348.

14. Αγίου Νεκταρίου «Μελέτη Ιστορική περί των αιτίων του σχίσματος».

15. Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, P.G. 62, 191.

16. Ιεροδιακόνου Παύλου Μπάλλεστερ-Κονβαλιέρ - «Γιατί εγκατέλειψα τον παπισμό». Από το περιοδικό «ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ», Τεύχος 1, Ιανουάριος - Μάρτιος 2006.

17. Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων - 10/7/2007. Αναδημοσιεύτηκε στον «Ορθόδοξο Τύπο» στις 20/7/2007.



Δευτέρα, Ιανουαρίου 07, 2008

Κοινή Δήλωσις της Α.Α. του Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄και της Α.Μ. του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Χριστοδούλου


14/12/2006

1. Ημείς, Βενέδικτος ΙΣΤ', Πάπας και Επίσκοπος Ρώμης και Χριστόδουλος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, ιστάμενοι εις τον δια του ευαγγελικού κηρύγματος και του μαρτυρίου των πρωτοκορυφαίων των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου λαμπρυνθέντα ιερόν τούτον τόπον της Πρεσβυτέρας Ρώμης, βιούμεν εντονώτερον την κοινήν αποστολήν ημών δια την αυθεντικήν συνέχισιν της αποστολικής μαρτυρίας της πίστεως προς τούς εγγύς και τούς μακράν, εις τους οποίους και απευθύνομεν χαρμόσυνον μήνυμα δια της επερχομένης κοινής δι' Ορθοδόξους και Ρωμαιοκαθολικούς Εορτής της Ενανθρωπήσεως του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Ωσαύτως, βιούμεν την κοινήν ευθύνην ημών δια την εν αγάπη και αληθεία υπέρβασιν των ποικίλων συγχύσεων και τραυματικών εμπειριών του πολυκυμάντου ιστορικού παρελθόντος προς δόξαν του εν Τριάδι αγίου Θεού και της αγίας Εκκλησίας Του.

2. Η συνάντησις αύτη εν τη θεία Χάριτι καθιστά ημάς εν πλήρει συνειδήσει κοινωνούς της κοινής ευθύνης, ίνα βεβαιώσωμεν την κοινήν αποστολήν ημών και διανύσωμεν από κοινού την δύσβατον ατραπόν του διαλόγου της αληθείας προς αποκατάστασιν της κοινωνίας της πίστεως εν τω συνδέσμω της αγάπης. Διο, στοιχούντες τη θεία εντολή του Ιδρυτού της Εκκλησίας Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και φωτιζόμενοι υπό του αγίου Πνεύματος, όπερ πάντα συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας, πορευόμεθα την οδόν ταύτην κατά το αποστολικόν υπόδειγμα εν αγάπη και εν πνεύματι καταλλαγής.

3. Αναγνωρίζομεν τα σημαντικά βήματα του διαλόγου της αγάπης και των αποφάσεων της Β' Βατικανής Συνόδου δια τας σχέσεις των ημετέρων Εκκλησιών. Έχομεν δε δι' ελπίδος ότι ο διμερής θεολογικός διάλογος δύναται ν' αξιοποιήση τα θετικά ταύτα στοιχεία προς αναζήτησιν κοινή αποδεκτών θεολογικών προτάσεων εν πνεύματι καταλλαγής, ως προέτεινε και ο ένδοξος κοινός Πατήρ της Εκκλησίας Μ. Βασίλειος, τονίσας, εν περιόδω πολλαπλών διασπάσεων του εκκλησιαστικού σώματος, «ότι τη χρονιωτέρα συνδιαγωγή και τη αφιλονείκω συγγυμνασία και ει τι δέοι πλέον προστεθήναι εις τράνωσιν, δώσει Κύριος ο πάντα συνεργών εις αγαθόν τοις αγαπώσιν αυτόν» (Επιστ. 113).

4. Διακηρύσσομεν εν μια φωνή την επιτακτικήν ανάγκην εμμονής εις την οδόν του εποικοδομητικού θεολογικού διαλόγου. Διότι, παρά τας διαπιστωμένας δυσχερείας, η οδός αύτη είναι η μάλλον αποτελεσματικωτέρα οδός της Εκκλησίας δια τε την αποκατάστασιν της ποθητής ενότητος του εκκλησιαστικού σώματος περί την Τράπεζαν του Κυρίου και δια την ενίσχυσιν της αξιοπιστίας του χριστιανικού μηνύματος εις μίαν κρίσιμον εποχήν ραγδαίων πολιτικών μεταβολών και οξυτάτων πνευματικών συγχύσεων, αι οποίαι εντείνονται δια της προωθήσεως της παγκοσμιοποιήσεως και απειλούν ενίοτε αυτήν ταύτην την ανθρωπίνην ύπαρξιν εν τη σχέσει αυτής μετά του Θεού και του κόσμου.

5. Όλως ιδιαιτέρως ανανεούμεν εν πάση επισημότητι την κοινήν ημών επιθυμίαν όπως αναγγείλωμεν εις τον κόσμον το Ευαγγέλιον του Ιησού Χριστού και κυρίως εις την νέαν γενεάν, διότι «η αγάπη του Χριστού συνέχει ημάς» (Β' Κορ., ε' 14) δια να αποκαλύψη εις αυτήν την Ενανθρώπισιν του Κυρίου ίνα πάντες εν αφθονία ζωήν έχωσιν. Τούτο καθίσταται γεγονός ιδιαιτέρας σημασίας δια τας κοινωνίας ημών, όπου πολυάριθμα ιδεολογικά ρεύματα απομακρύνουν τον άνθρωπον εκ του Θεού και του στερούν την αίσθησιν της υπάρξεως. Επιθυμούμεν όπως διακηρύξωμεν το Ευαγγέλιον της χάριτος και της αγάπης, ίνα πάντες οι άνθρωποι ώσιν εν Κοινωνία μετά του Πατρός, του Υιού και του αγίου Πνεύματος και ίνα τελειωθή η χαρά αυτών.

6. Θεωρούμεν τας θρησκείας ως εχούσας ιδιαίτερον ρόλον δια την διαφύλαξιν της επικρατήσεως της εν τω κόσμω ειρήνης και ότι αύται δεν ημπορούν να μετατραπούν εις εστίας μισαλλοδοξίας και βίας. Ως χριστιανοί ηγέται προτρέπομεν από κοινού το σύνολον των θρησκευτικών ηγετών όπως συνεχίσωσι και ενδυναμώσωσι τον Διαθρησκειακόν Διάλογον και εργασθώσι δια την δημιουργίαν μιας κοινωνίας ειρήνης και αδελφότητος μεταξύ προσώπων και λαών. Αύτη είναι μία εκ των αποστολών των θρησκειών. Υπό την έννοιαν ταύτην, οι χριστιανοί επιβάλλεται όπως εργάζωνται και όπως συνεχίσωσι να εργάζωνται εν τω κόσμω, εν συνεργασία μετ' ανδρών και γυναικών καλής θελήσεως, εν πνεύματι αλληλεγγύης και αδελφοσύνης.

7. Επιθυμούμεν όπως αποτίσωμεν τιμητικόν έπαινον δια τας εντυπωσιακάς προόδους εις όλους τούς τομείς του επιστητού, και όλως ιδιαιτέρως εις αυτάς που αφορούν εις τον άνθρωπον, καλούντες ένα έκαστον των υπευθύνων και των επιστημόνων όπως σεβασθώσι τον ιερόν χαρακτήρα του ανθρωπίνου προσώπου και την αξιοπρέπειαν αυτού, διότι η ζωη αποτελεί θείον δώρον. Ευρισκόμεθα μετ' ευλόγου αγωνίας ενώπιον της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως εκ των πειραματικών δοκιμών εις την ανθρωπίνην οντότητα, αι οποίαι απάδουν προς τον σεβασμόν, την αξιοπρέπειαν και την αναγνώρισιν του ανθρωπίνου προσώπου εις το επίπεδον της υπάρξεως αυτού, τόσον από της συλλήψεως, όσον και μέχρι της φυσικής απολήξεως αυτού.

8. Επιπλέον, αξιούμεν μείζονα ευαισθησίαν δια την αποτελεσματικωτέραν προστασίαν εις τας χώρας ημών, τόσον εις ευρωπαϊκόν, όσον και εις παγκόσμιον επίπεδον, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, άτινα εδράζονται επί της αξιοπρεπείας του ανθρωπίνου προσώπου ως δημιουργίας κατ' εικόνα Θεού.

9. Ευχόμεθα δια μίαν γόνιμον συνεργασίαν δια να επαναπροσδιορίσωμεν εις τούς συγχρόνους τας χριστιανικάς ρίζας της ευρωπαϊκής ηπείρου, αι οποίαι εσφυρηλάτισαν την δημιουργίαν διαφορετικών εθνών και συνέβαλον εις την ανάπτυξιν μεταξύ των αρμονικών δεσμών. Αύται υποβοηθούν εις την επιβίωσιν και περαιτέρω εξέλιξιν των ανθρωπίνων αξιών και των πνευματικών θεμελίων τόσον επί των προσώπων, όσον και επί της ευημερίας των κοινωνιών.

10. Συμμεριζόμεθα τας αξίας των επιτευγμάτων της τεχνολογίας και της οικονομίας των συγχρόνων λαών και κοινωνιών. Όμως, καλούμεν τας προηγμένας χώρας εις μίαν μεγαλυτέραν συνδρομήν προς τα εν αναπτύξει κράτη και τα πλέον πτωχά εξ αυτών, εν πνεύματι κοινωνικής δικαιοσύνης, αναγνωρίζοντες ότι πάντες οι άνθρωποι είναι αδελφοί ημών, και ότι αποτελεί κοινόν χρέος ίνα προστρέξωμεν εις βοήθειαν των αδυνάμων και των πτωχών, οι οποίοι είναι κατ' εξοχήν τέκνα αγαπητά του Κυρίου. Υπό την έννοιαν ταύτην, δεν συμβιβαζόμεθα με την καταχρηστικήν εκμετάλλευσιν της θείας δημιουργίας, η οποία είναι το έργον του Θεού. Καλούμεν προς τούτο τούς ιθύνοντας και πάντας τούς καλής πίστεως ανθρώπους όπως δεσμευθώσιν εις μίαν λελογισμένην και σεβαστήν διαχείρισιν της θείας δημιουργίας, μετά του καθήκοντος της αλληλεγγύης, κυρίως προς τούς λαούς οίτινες ευρίσκονται εν καταστάσει πείνης, και όπως κληροδωτήσωσιν εις τας επερχομένας γενεάς βιώσιμον περιβάλλον προς πάντας.

11. Λόγω των κοινών ημών πεποιθήσεων, συντασσόμεθα εις την κοινήν ημών επιθυμίαν δια περαιτέρω δέσμευσιν δια την ανάπτυξιν της κοινωνίας, εν πνεύματι εποικοδομητικής συνεργασίας, δια την διακονίαν του ανθρώπου και των λαών, δίδοντες την μαρτυρίαν της πίστεως και της εν ημίν ελπίδος.

12. Προσβλέποντες όλως ιδιαιτέρως εις τούς πιστούς, Ορθοδόξους και Ρωμαιοκαθολικούς, απευθύνομεν εγκάρδιον χαιρετισμόν, εμπιστευόμενοι αυτούς εν τω ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού όπως αναδειχθώσι αδιάψευστοι μάρτυρες της θείας αγάπης, αναπέμποντες θερμάς δεήσεις όπως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός χαρίζη εις πάντας ανθρώπους το δώρον της ειρήνης, εν φιλανθρωπία και ενότητι δια το ανθρώπινον γένος.

Εν Βατικανώ τη 14η Δεκεμβρίου 2006